Φόρτωση Text-to-Speech…
Πολιτικός του κυβερνώντος κόμματος, με μεγάλη διαδρομή και εμπειρία στην πολιτική, εμφανίζεται βέβαιος ότι εάν καταργηθεί ο σταυρός προτίμησης στις εθνικές εκλογές η χώρα θα αποκτήσει ανώτερης ποιότητας πολιτικό προσωπικό. «Εάν έχετε οποιαδήποτε αμφιβολία, απλά αναρωτηθείτε εάν από το 2014 κι έπειτα έχουμε καλύτερης ποιότητας ευρωβουλευτές μετά την κατάργηση της λίστας και την εκλογή τους μέσα από τη σταυροδοσία», σχολιάζει σκωπτικά. Η άποψή του είναι μάλλον πλειοψηφική ανάμεσα στους βουλευτές που έχουν επιδοθεί στο κυνήγι του σταυρού. Δεν σημαίνει ότι συνεπάγεται και πλήρη στήριξη βουλευτών και πολιτευτών μιας ενδεχόμενης σχετικής πρότασης.
Το μοντέλο
Μέσω διαρροών η κυβέρνηση εκπέμπει την προτίμησή της σε μια παραλλαγή του γερμανικού εκλογικού συστήματος για την αλλαγή του εκλογικού νόμου. Βάσει αυτού του υποδείγματος, η χώρα διαιρείται σε επτά μεγάλες περιφέρειες όπου οι μισές εκλογικές έδρες θα προκύπτουν από μονοεδρικές και οι υπόλοιπες από λίστα που θα έχει προαποφασιστεί από το κάθε κόμμα. Ενα τέτοιο σύστημα θα σήμαινε κατάργηση του σταυρού προτίμησης, αφού σε κάθε μονοεδρική περιφέρεια ο διεκδικητής της έδρας θα είναι ένας από κάθε κόμμα και θα περιόριζε δραστικά το κόστος των προεκλογικών εκστρατειών, που στην Ελλάδα είναι συχνά ατομικές, δαπανηρές και εξαντλητικές. Η κατάργηση του σταυρού μειώνει αυτή την ανάγκη, καθιστώντας την πολιτική πιο προσβάσιμη σε ανθρώπους που δεν διαθέτουν οικονομική ή κοινωνική ισχύ. Και εντέλει αλλάζει και τη φύση της εκπροσώπησης: σήμερα οι περισσότεροι βουλευτές λειτουργούν ως «διαμεσολαβητές», μεταφέροντας αιτήματα πολιτών προς το κράτος. Σε ένα σύστημα λίστας ο ρόλος αυτός θεωρητικά υποχωρεί υπέρ μιας πιο θεσμικής αντίληψης της πολιτικής.
«Οσο οι πολιτικοί λειτουργούν ως πάτρωνες της καθημερινότητας, κανένα εκλογικό σύστημα δεν θα αντιμετωπίσει το πρόβλημα της συναλλαγής», σημειώνει ο Γιάννης Κωνσταντινίδης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
«Ο πυρήνας του πελατειασμού, δηλαδή της ανταλλαγής της ψήφου των πολιτών με την παροχή προνομίων από τους πολιτικούς, βρίσκεται στην αναποτελεσματικότητα του κράτους που δημιουργεί ανάγκη εξωγενών παρεμβάσεων και στη διάθεση των κομμάτων να διεισδύουν, αν όχι να αποικίζουν, κάθε κοινωνική ή και οικονομική δράση, κάτι που τελικά κανονικοποιεί τις παρεμβάσεις αυτές», λέει στην «Κ» ο Γιάννης Κωνσταντινίδης, αναπληρωτής καθηγητής Εκλογικής Συμπεριφοράς στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. «Οσο οι πολιτικοί στην Ελλάδα λειτουργούν ως πάτρωνες της καθημερινότητας, κανένα εκλογικό σύστημα δεν θα αντιμετωπίσει το πρόβλημα της πολιτικής συναλλαγής». Με την άποψη αυτή συντάσσεται ο Κέβιν Φέδερστοουν, που διετέλεσε για μια 20ετία επικεφαλής του Ελληνικού Παρατηρητηρίου στο London School of Economics. «Ξεχωριστό στοιχείο είναι η ψήφος στην περιφέρεια: οι βουλευτές που εκλέγονται με αυτόν τον τρόπο ενδέχεται να αποκτήσουν ισχυρή προσωπική βάση», λέει στη συζήτησή του με την «Κ». Αρα, η κατάργηση της σταυροδοσίας δεν σημαίνει απαραίτητα και κατάργηση του ρουσφετιού ή των προσωπικών εξυπηρετήσεων.

Οι υποστηρικτές του γερμανικού μοντέλου πιστεύουν ότι το σπάσιμο των μεγάλων εκλογικών περιφερειών –σε συνδυασμό με τη λίστα– μπορεί να διατηρήσει έναν βαθμό εγγύτητας μεταξύ εκλεγμένων και πολιτών. Ετσι, επιτυγχάνεται μια ισορροπία μεταξύ κομματικής αντιπροσώπευσης και τοπικής λογοδοσίας. «Το σύστημα ενισχύει τη δύναμη των κομμάτων μέσω των λιστών τους. Ταυτόχρονα, τα κόμματα λαμβάνουν αριθμό βουλευτών ανάλογο με το ποσοστό τους και, όπως στη Γερμανία, έτσι και στην Ελλάδα αυτό θα καθιστούσε σπάνιες τις μονοκομματικές κυβερνήσεις», λέει ο Φέδερστοουν. «Συνεπώς, τα πιθανά αποτελέσματα είναι κυβερνήσεις συνεργασίας, αλλά και εσωτερική ενίσχυση των κομμάτων. Στο προβλεπτό μέλλον, αυτό πιθανότατα θα διατηρούσε τη Νέα Δημοκρατία σε κομβικό ρόλο σε κάθε σχηματισμό κυβέρνησης, ενώ παράλληλα θα μείωνε τον κατακερματισμό των κομμάτων στη Βουλή».
Απαιτείται διαφάνεια
Η κατάργηση του σταυρού προϋποθέτει ότι τα κόμματα λειτουργούν με εσωτερική δημοκρατία, διαφάνεια και αξιοκρατία. Αν οι λίστες καταρτίζονται με κριτήρια προσωπικής πίστης ή εσωκομματικών ισορροπιών, τότε το σύστημα κινδυνεύει να αποξενώσει ακόμη περισσότερο τους πολίτες. Αντιθέτως, αν οι λίστες αντανακλούν κοινωνική αντιπροσώπευση, επαγγελματική επάρκεια και πολιτική ποιότητα, τότε μπορεί να αποτελέσουν εργαλείο αναβάθμισης του πολιτικού προσωπικού.
«Οι επιδράσεις των εκλογικών συστημάτων στη διαμόρφωση επιλογών ψήφου είναι περισσότερο τεχνικές και δεν αγγίζουν τις πολιτικές νοοτροπίες», λέει ο Γιάννης Κωνσταντινίδης. «Για παράδειγμα, ένα πλειοψηφικό σύστημα αποθαρρύνει την ψήφο σε μικρά κόμματα γιατί ενεργοποιεί τη σκέψη ότι η στήριξη σ’ αυτά θα “πάει χαμένη”. Ενα σύστημα με σταυρό προτίμησης από λίστα ενθαρρύνει την επικέντρωση στα πρόσωπα εις βάρος των πολιτικών προτάσεων των κομμάτων. Τα εκλογικά συστήματα δεν εκπαιδεύουν, απλώς ενίοτε αμβλύνουν ή οξύνουν υπαρκτές τάσεις του εκλογικού σώματος». Η συζήτηση μόλις ξεκίνησε. Αλλά αν κάτι προκύπτει ως αρχικό συμπέρασμα είναι ότι οι βαθύτερες παθογένειες της ελληνικής πολιτικής δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τον εκλογικό νόμο.

