Φόρτωση Text-to-Speech…
Για την αστυνομία και την ηγεσία του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, η εξιχνίαση της εμπρηστικής επίθεσης στη Marfin με τους τρεις νεκρούς, την 5η Μαΐου του 2010, αποτελούσε επί σειράν ετών ένα κρίσιμο στοίχημα. Επρόκειτο για μια τριπλή ανθρωποκτονία που παρέμενε 16 χρόνια μετά ανεξιχνίαστη, αλλά και μια υπόθεση που είχε εξαρχής αλλά και στο πέρασμα των ετών αποκτήσει ισχυρό πολιτικό συμβολισμό.
Ο σχηματισμός –προ ετών– μιας δικογραφίας από την υποδιεύθυνση Κρατικής Ασφάλειας, η οποία ωστόσο στη δικαστική αίθουσα είχε καταρρεύσει αλλά και η αρχειοθέτηση της υπόθεσης –για δεύτερη φορά– το 2020 είχαν δημιουργήσει αρνητικές εντυπώσεις για τους χειρισμούς της ΕΛ.ΑΣ. στην υπόθεση. Η σύλληψη την Παρασκευή δύο ανδρών, 42 ετών, και η έκδοση εντάλματος εις βάρος μιας 46χρονης που ζει και εργάζεται στη Μ. Βρετανία θεωρήθηκαν στο εσωτερικό της ΕΛ.ΑΣ. και του υπουργείου μια σημαντική επιτυχία. Τι προηγήθηκε όμως πριν από αυτές τις συλλήψεις;

Ξετυλίγοντας (ξανά) το κουβάρι
Το 2024 όταν ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης επέστρεψε στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη αποφάσισε να ανοίξει εκ νέου τον φάκελο Marfin. Ανέθεσε την έρευνα όχι στην Κρατική Ασφάλεια ή στην Αντιτρομοκρατική που είχαν στη διάρκεια των ετών ασχοληθεί με τον εμπρησμό, αλλά στο τμήμα Δίωξης Ανθρωποκτονιών Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος (ΔΑΟΕ). Τι έκαναν τα στελέχη της συγκεκριμένης υπηρεσίας; Συγκέντρωσαν και επεξεργάστηκαν εκ νέου όλο το οπτικό υλικό (βίντεο και φωτογραφίες) από την ημέρα των επεισοδίων και τον εμπρησμό του υποκαταστήματος της Marfin στην οδό Σταδίου. Αξιολόγησαν ακόμα τις καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων που είχαν περιγράψει τα γεγονότα εκείνης της ημέρας και κυρίως τις κινήσεις μιας συγκεκριμένης ομάδας κουκουλοφόρων που είχαν εξαπολύσει ταυτόχρονα επίθεση στο βιβλιοπωλείο Ιανός και το υποκατάστημα της τράπεζας που βρίσκονταν ακριβώς απέναντι.

Ανάμεσα στις καταθέσεις αυτές και ενός φωτορεπόρτερ που εξετάστηκε το 2019 και κατέθεσε όσα είχε δει. Δεν γνώριζε ονόματα δραστών αλλά είχε περιγράψει τις κινήσεις τους με βάση κάποια εξωτερικά χαρακτηριστικά τους (όπως τη σωματοδομή κάποιων). Ταυτόχρονα, στελέχη της ΔΑΟΕ είχαν απευθυνθεί τον τελευταίο ένα – ενάμιση χρόνο σε διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία για το ενδεχόμενο να είχαν στο αρχείο τους ανεπεξέργαστες φωτογραφίες από τα γεγονότα εκείνων των ημερών. Αυτές τις προσπάθειες των αστυνομικών παρακολουθούσαν εκ του σύνεγγυς ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης και ο εισαγγελέας που εποπτεύει τη ΔΑΟΕ και την Αντιτρομοκρατική, Δημήτρης Γκύζης.
Εστίασαν στα ρούχα – Ο ένας από τους δύο 42χρονους που συνελήφθησαν προέκυψε ότι στις φωτογραφίες που κατάσχεσαν οι αστυνομικοί φορούσε το ίδιο καπέλο και το ίδιο χειροποίητο σακίδιο πλάτης που είχε μαζί του την ημέρα των επεισοδίων.
Το 2025, πληροφορίες για τους δύο 42χρονους διαβίβασε στο «Ανθρωποκτονιών» η Αντιτρομοκρατική υπηρεσία, ενώ σε προηγούμενο χρόνο κάποια στοιχεία για τη 46χρονη είχαν προκύψει από την έρευνα της Κρατικής. Εκείνο ωστόσο που έδωσε σημαντική ώθηση στις έρευνες ήταν ο συσχετισμός με τις φωτογραφίες από τη μέρα των επεισοδίων ενός φωτογραφικού αρχείου που η αστυνομία και συγκεκριμένα η Αντιτρομοκρατική είχε κατασχέσει σε σπίτι στο Κουκάκι, στο πλαίσιο έρευνας για υπόθεση εκρηκτικών και όπλων. Το αρχείο φαινομενικά δεν είχε ερευνητικό προανακριτικό ενδιαφέρον καθώς σ’ αυτό απεικονίζονταν κάποια άτομα σε διακοπές τους σε ελληνικό νησί, σε χρόνο μάλιστα προγενέστερο της επίθεσης στη Marfin. Η Αντιτρομοκρατική γνώριζε ποια ήταν τα πρόσωπα αυτά καθώς είχαν ακάλυπτα χαρακτηριστικά και ανήκαν στη δεξαμενή των ατόμων ενδιαφέροντός της.
Από την επεξεργασία των φωτογραφιών και την αντιπαραβολή τους με τις εικόνες από τα επεισόδια στη Marfin οι αστυνομικοί διεπίστωσαν ότι προκύπτουν ενδείξεις ταύτισης. Ενδεικτικά, ο ένας από τους δύο 42χρονους προέκυψε ότι στις φωτογραφίες των διακοπών φορούσε το ίδιο καπέλο και το ίδιο χειροποίητο σακίδιο πλάτης που είχε μαζί του την ημέρα των επεισοδίων.

Οταν πλέον οι αστυνομικοί σχημάτισαν μια καθαρή εικόνα για την ταυτότητα των δραστών διαβίβασαν το υλικό στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών για την τελική – επιστημονική επεξεργασία του. Οι αστυνομικοί κάνοντας χρήση και εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης συνέταξαν μια έκθεση ανάλυσης ταυτίζοντας τα άτομα στα βίντεο και τις φωτογραφίες του εμπρησμού με συγκεκριμένα πρόσωπα.
Η έκθεση ανάλυσης διαβιβάστηκε από την αστυνομία στον εισαγγελέα, ο οποίος αξιολόγησε τα νέα δεδομένα και έκρινε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εκ νέου ανάσυρση του φακέλου της δικογραφίας από το αρχείο αγνώστων δραστών. Η δικογραφία εστάλη στην ανακρίτρια που την είχε αρχειοθετήσει, η οποία με τη σειρά της αξιολόγησε το προανακριτικό υλικό και προχώρησε στην έκδοση ενταλμάτων σύλληψης. Τα δύο απ’ αυτά για τους 42χρονους εκτελέστηκαν την Παρασκευή σε ταυτόχρονες επιχειρήσεις σε Κυψέλη και Χαλάνδρι.
Παρέμεναν «ενεργοί» – Πηγές από την ΕΛ.ΑΣ. αναφέρουν ότι οι δύο συλληφθέντες παρέμεναν ενεργοί στον αναρχικό – αντιεξουσιαστικό χώρο. Αντίθετα, η 46χρονη μετά τον εμπρησμό έφυγε στο εξωτερικό όπου παραμένει, παντρεύτηκε και
απέκτησε δύο παιδιά.











