Φόρτωση Text-to-Speech…
Φρεγάτες πολλαπλών ρόλων με σύγχρονες αντιαεροπορικές και ανθυποβρυχιακές δυνατότητες αλλά και στρατηγικά όπλα θα είναι οι ελληνικές FREMM, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ». Το ναυτικό επιτελείο σχεδιάζει τη μετατροπή τους σε πολεμικά πλοία πρώτης γραμμής, ενώ αρμόδιες πηγές επισημαίνουν ότι η Ελλάδα θα αποκτήσει τουλάχιστον τέσσερις φρεγάτες αυτού του τύπου.
«Το ζήτημα για την Ελλάδα δεν είναι απλώς η απόκτηση δύο ακόμη πολεμικών πλοίων και πιθανότατα τεσσάρων», ανέφερε στις δηλώσεις του μετά τη συνάντηση με τον ομόλογό του Γκουίντο Κροσέτο ο υπουργός Εθνικής Αμυνας Νίκος Δένδιας, συμπληρώνοντας πως το ζητούμενο είναι «η αναβάθμιση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας και η προσαρμογή του Πολεμικού Ναυτικού στις απαιτήσεις του σύγχρονου περιβάλλοντος ασφαλείας».
Η παρουσία του Νίκου Δένδια στη Ρώμη για την υπογραφή της διακρατικής συμφωνίας ανάμεσα στις διευθύνσεις εξοπλισμών των δύο χωρών επιβεβαιώνει, ακόμη, τη στενή στρατηγική σχέση που χτίζεται μεθοδικά με την Ιταλία αλλά και τους κοινούς προβληματισμούς για την ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια.

Ελληνικές FREMM
Σύμφωνα με πληροφορίες, μέσα στο επόμενο διάστημα το ΓΕΝ θα συστήσει επιτροπές που θα έχουν αντικείμενο τη μετατροπή των πλοίων στο πρότυπο που επιθυμεί το Πολεμικό Ναυτικό. «Περισσότερα όπλα και πλήρη γκάμα δυνατοτήτων στον βυθό, στον αέρα και στην επιφάνεια», τονίζουν πηγές με γνώση του σχεδιασμού.
Η πρώτη παρέμβαση αναμένεται να είναι η αντικατάσταση των υφιστάμενων και η τοποθέτηση νέων αντιπλοϊκών βλημάτων. Οι λύσεις που εξετάζονται είναι η αγορά των σύγχρονων EXOCET ή η τοποθέτηση των Harpoon από τις παλαιότερες φρεγάτες S που πρόκειται να παροπλιστούν τα επόμενα έτη. Το δεύτερο σενάριο είναι σαφώς πιο οικονομικό καθώς το ελληνικό οπλοστάσιο διαθέτει άφθονα βλήματα και η εγκατάσταση των εκτοξευτήρων στα πλοία μπορεί να γίνει με σχετική ευκολία.
Η δεύτερη παρέμβαση αφορά την τοποθέτηση δύο κάθετων εκτοξευτήρων (VLS) στην πλώρη των πλοίων ώστε να αυξηθούν τα βλήματα των αντιαεροπορικών πυραύλων ASTER-30 από 16 σε 32. Σύμφωνα με πληροφορίες, εξετάζεται η τοποθέτηση εκτοξευτήρων Sylver A70, ώστε τα πλοία να μπορούν να βάλουν στρατηγικά βλήματα Scalp Naval, με εμβέλεια άνω των 1.000 χιλιομέτρων, όπως οι φρεγάτες FDI.
Οι ίδιες πηγές επισημαίνουν ότι το ναυτικό επιτελείο σκοπεύει να τοποθετήσει συρόμενο σόναρ CAPTAS-4 και στη φρεγάτα πολλαπλών ρόλων Carlo Bergamini, την πρώτη FREMM που θα αποκτήσει η Ελλάδα, καθώς η δεύτερη Virginio Fasan διαθέτει ήδη το προηγμένο ανθυποβρυχιακό σύστημα.
Σημαντική αναμένεται να είναι και η εγχώρια βιομηχανική συμμετοχή, τόσο σε επίπεδο υποστήριξης όσο και κατά την τοποθέτηση των νέων οπλικών και ηλεκτρονικών συστημάτων στα πλοία. Οι εργασίες θα γίνουν σε ελληνικά ναυπηγεία, ενώ η διακρατική συμφωνία περιλαμβάνει και πενταετή σύμβαση εν συνεχεία υποστήριξης (FOS).
Ενταξη σε υπηρεσία
Η πρώτη ιταλική FREMM αναμένεται να μεταβιβαστεί στην Ελλάδα κατά το πρώτο εξάμηνο του 2028 και έναν χρόνο αργότερα θα ακολουθήσει η δεύτερη. Η Αθήνα θέλει να «δεσμεύσει» τη Ρώμη, ώστε για κάθε νέα FREMM EVO που θα αποκτά το ιταλικό ναυτικό η FREMM που θα αποσύρεται να έρχεται στην Ελλάδα. Παράλληλα, το Πολεμικό Ναυτικό προγραμματίζει την παραλαβή ακόμη τριών φρεγατών FDI, οι δύο εντός του 2026 και μία ακόμη το 2028.
Οι τέσσερις FDI μαζί με τις FREMM, τις εκσυγχρονισμένες ΜΕΚΟ και τουλάχιστον τρεις φρεγάτες τύπου S θα αποτελούν τις κύριες μονάδες κρούσης του ελληνικού στόλου επιφανείας. «Ενας στόλος με αυξημένη ακτίνα ενεργείας και επιχειρησιακή αντοχή, ικανός να δρα από το Αιγαίο έως την Ανατολική Μεσόγειο και πέραν αυτής, και να υπηρετεί τα εθνικά μας συμφέροντα», τόνισε από τη Ρώμη ο Νίκος Δένδιας.
Ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια
Αντικείμενο της συνάντησής του με τον Ιταλό ομόλογό του, πάντως, αποτέλεσαν και οι εξελίξεις στα μέτωπα της Ουκρανίας και της Μέσης Ανατολής, με τον κ. Κροσέτο να σημειώνει ότι «η θάλασσα είναι σημαντική για την Ελλάδα και την Ιταλία, είναι κάτι που μας βοήθησε στο παρελθόν και είναι σημαντικό να ξέρουμε να την προστατεύουμε, όχι μόνο τη Μεσόγειο αλλά και την Ερυθρά Θάλασσα».
Οι δύο υπουργοί συζήτησαν και για την ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής άμυνας, τη διμερή συνεργασία σε στρατιωτικά και βιομηχανικά αντικείμενα αλλά και για τη μεταναστευτική κρίση στην Αφρική.













