Μια φωτογραφία από το μέλλον

Κοινοποίηση

Η 3η του Σεπτέμβρη 1974 έχει τη δική της εμβληματική φωτογραφία. Στο ξενοδοχείο King’s Palace, ο Ανδρέας Παπανδρέου, με τις χαρακτηριστικές φαβορίτες και το ανοιχτό πουκάμισο, παρουσιάζει όρθιος τη Διακήρυξη Αρχών του νεοσύστατου Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος. Γύρω του βλέπουμε καθισμένο ένα ανθρώπινο μωσαϊκό από ριζοσπάστες, εμβληματικές φιγούρες της αντιδικτατορικής αντίστασης, παλαιούς κεντρώους, λίγους νεολαίους και μελλοντικά στελέχη του κυοφορούμενου κομματικού μηχανισμού. Τι μας λέει, όμως, αυτή η φωτογραφία, πέραν της αλάνθαστης αποτύπωσης της ’70ς αισθητικής της εποχής;

Δεν είναι απλά ότι κάποτε όλοι αυτοί οι άνθρωποι χώρεσαν στο ίδιο κάδρο, αλλά ότι παρά τις αντιφάσεις που εκπροσωπούσαν, μπόρεσαν, για ένα διάστημα τουλάχιστον, να ενταχθούν στο ίδιο πολιτικό σχέδιο. Συναρθρώνοντας πολιτικές παραδόσεις, κοινωνικά αιτήματα και προσδοκίες που δεν ήταν αυτονόητο ότι ανήκαν μαζί, συγκροτήθηκε ένα νέο «εμείς». Αλλωστε, η μεγάλη δύναμη του ΠΑΣΟΚ και το «κλειδί» της εκλογικής του απήχησης δεν ήταν η ιδεολογική καθαρότητα, αλλά η σύνθεση. Υπό αυτήν την έννοια, η περίφημη πολυσυλλεκτικότητά του ήταν, εκτός από προϊόν εκλογικής στρατηγικής, και παραγωγός μιας καινούργιας πολιτικής ταυτότητας.

Το άλλο ενδιαφέρον στοιχείο της φωτογραφίας βρίσκεται στην ίδια τη Διακήρυξη που κραδαίνει ο Ανδρέας στο χέρι. Με μια πρώτη ματιά, αυτή διαβάζεται σαν κείμενο μιας άλλης εποχής. Μιλάει με τους όρους της εξάρτησης, του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, των ξένων μονοπωλίων, της οικονομικής ολιγαρχίας και του «ντόπιου μεταπρατικού κεφαλαίου». Είναι η γλώσσα ενός κόσμου που μόλις έβγαινε από τη δικτατορία, με την Κύπρο ανοιχτή πληγή και την αμερικανική παρουσία κεντρικό σημείο συγκρούσεων στην πολιτική ζωή.

Κι όμως, το παράδοξο είναι ότι η ουσία της, δηλαδή τα ζητήματα και τα ερωτήματα που έθετε, είναι κάθε άλλο παρά ξεπερασμένα. Μιλάει για κοινωνική ασφάλιση, ισότητα των φύλων, αποκέντρωση, επιτίθεται στο ρουσφέτι και στους κομματικούς μηχανισμούς και ζητάει τον χωρισμό κράτους και Εκκλησίας – ενώ καλεί τους πολίτες να συμμετάσχουν στη συγκρότηση του νέου Κινήματος. Η πραγματική καινοτομία της, όμως, δεν βρίσκεται τόσο στις επιμέρους θέσεις της, όσο στη φιλοδοξία να συνδέσει διαφορετικά κοινωνικά προβλήματα σε μια συνεκτική ερμηνεία του παρόντος – και αυτή με τη σειρά της σε μια απελευθερωτική εικόνα του μέλλοντος.

Η ίδια η Διακήρυξη αυτοπροσδιορίζεται ως αφετηρία «συζήτησης και προβληματισμού» και όχι ως το αμετάβλητο ευαγγέλιο που κατασκεύασε αργότερα η κομματική μνήμη. Οι δε καταβολές της βρίσκονταν σε κείμενο του αντιδικτατορικού ΠΑΚ του 1973, γραμμένο στο Μόναχο μέσα στην ειδική συνθήκη της επταετίας. Μετά την πτώση της χούντας το περιεχόμενό του όφειλε να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα, κοινώς να «μεταφραστεί» στους όρους του κοινοβουλευτισμού εν τω γενέσθαι. Το κείμενο που αργότερα παγιώθηκε ως η ιδρυτική πράξη του νέου κόμματος ήταν, λοιπόν, το ίδιο προϊόν αναθεώρησης, τη σύνταξη της οποίας συνεπιμελήθηκαν, μεταξύ άλλων, ο Κώστας Σημίτης και ο Ακης Τσοχατζόπουλος, κατοπινοί μονομάχοι και εκφραστές δύο διαφορετικών «ψυχών» του ΠΑΣΟΚ.

Η ίδια η Διακήρυξη αυτοπροσδιορίζεται ως αφετηρία «συζήτησης και προβληματισμού» και όχι ως το αμετάβλητο ευαγγέλιο που κατασκεύασε αργότερα η κομματική μνήμη.

Αν δούμε το ΠΑΣΟΚ στη διαχρονία, θα καταλάβουμε ότι σάρωσε εκλογικά το 1981 ακριβώς επειδή δεν έμεινε κολλημένο στο 1974. Επιασε έναν κοινωνικό παλμό που οι αντίπαλοί του δυσκολεύονταν ακόμη να αφουγκραστούν: την απαίτηση όσων είχαν βρεθεί στο περιθώριο να αναγνωριστούν ως ισότιμοι πολίτες, την επιθυμία κοινωνικής κινητικότητας, την είσοδο νέων στρωμάτων, γυναικών, αγροτών, εργαζομένων και μιας νέας γενιάς στο πολιτικό προσκήνιο. Δεν εξέφρασε απλώς ένα «έτοιμο» κοινωνικό μπλοκ. Σε σημαντικό βαθμό το κατασκεύασε, μετατρέποντας διάσπαρτες επιθυμίες σε πολιτική γλώσσα.

Ομως, τι έκανε το κόμμα της «Αλλαγής» μετά τον θάνατο του ιδρυτή του, όταν η κοινωνία που το γέννησε είχε και αυτή πλέον αλλάξει; Με τη σημιτική στροφή, το λεξιλόγιό του άλλαξε σχεδόν ολοκληρωτικά: από τον ριζοσπαστισμό στον εκσυγχρονισμό, από τον τριτοκοσμισμό στον εξευρωπαϊσμό, από την κοινωνική απελευθέρωση στη θεσμική μεταρρύθμιση και από τον κοινωνικό μετασχηματισμό στις ατομικές ελευθερίες. Οπως η 3η του Σεπτέμβρη παλαιότερα, ο εκσυγχρονισμός διεκδίκησε για τον εαυτό του την ικανότητα όχι απλώς να περιγράψει την Ελλάδα που υπήρχε, αλλά να ονοματίσει εκείνη που ερχόταν.

Τις διαδοχικές μεταμορφώσεις του ΠΑΣΟΚ ερμήνευσε μια σειρά από διανοουμένους. Κάποιοι, όπως ο Αγγελος Ελεφάντης, απέρριψαν τις ρίζες του ως λαϊκιστικές, ενώ άλλοι, όπως ο Νίκος Μουζέλης, συνδέθηκαν στενά με τον εκσυγχρονιστικό προβληματισμό της σημιτικής περιόδου. Ο πρόσφατα εκλιπών Κωνσταντίνος Τσουκαλάς υπήρξε ένας από τους οξυδερκέστερους αναλυτές των κοινωνικών μετατοπίσεων που κατέστησαν δυνατή την εκλογική άνοδο του ΠΑΣΟΚ. Ο ίδιος, από τον όμιλο Παπαναστασίου προδικτατορικά έως τις έρευνές του στο ΕΚΚΕ μεταπολιτευτικά, παρακολούθησε εκ του σύνεγγυς τις μεταμορφώσεις της ελληνικής Κεντροαριστεράς. Σε μια εποχή που μεγάλο μέρος του πολιτικού του χώρου αντιμετώπιζε το πασοκικό φαινόμενο με καχυποψία ή συγκατάβαση, ο Τσουκαλάς αντιλήφθηκε εγκαίρως τη γοητεία που εκείνο ασκούσε στα λαϊκά στρώματα. Αργότερα βρέθηκε σε δημιουργική, παρότι κριτική, συνομιλία με το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα. Το ερώτημα που έθεσε κάποια στιγμή, παραφράζοντας τον Γκράμσι, «ποιος θα εκσυγχρονίσει τους εκσυγχρονιστές;», υπερέβαινε τη συγκυρία και αφορούσε κάθε πολιτική δύναμη που ταυτίζεται τόσο πολύ με μια επιτυχημένη στιγμή αλλαγής, ώστε κινδυνεύει να μην αντιληφθεί την επόμενη.

Το ΠΑΣΟΚ υπήρξε ηγεμονικό όσο κατάφερνε όχι απλώς να εκπροσωπεί υπαρκτές κοινωνικές δυνάμεις, αλλά να αναγνωρίζει μετασχηματισμούς που βρίσκονταν ακόμη εν εξελίξει.

Η διαχρονικότητα της Διακήρυξης της 3ης του Σεπτέμβρη είναι πιο άβολη από τις επετειακές επικλήσεις της. Το κεντρικό ερώτημα που θέτει σήμερα δεν είναι τι απέμεινε από το 1974, αλλά πότε και γιατί χάθηκε εκείνη η διορατική ικανότητα ανάγνωσης της κοινωνίας. Το ΠΑΣΟΚ υπήρξε ηγεμονικό όσο κατάφερνε όχι απλώς να εκπροσωπεί υπαρκτές κοινωνικές δυνάμεις, αλλά να αναγνωρίζει μετασχηματισμούς που βρίσκονταν ακόμη εν εξελίξει, να τους ονοματίζει και να τους εντάσσει σε μια κοινή πολιτική αφήγηση. Το σημερινό πρόβλημά του είναι ότι μοιάζει να νιώθει πιο άνετα γιορτάζοντας τις προηγούμενες επιτυχίες του, παρά ερμηνεύοντας την κοινωνία που έχει μπροστά του. Ισως, λοιπόν, αυτό που αξίζει να αναζητήσει στη φωτογραφία του King’s Palace δεν είναι μια χαμένη χρυσή εποχή ενός χαρισματικού ηγέτη, αλλά την ικανότητα να διακρίνει στο παρόν το μέλλον που έρχεται.

*Ο κ. Κωστής Κορνέτης είναι κύριος ερευνητής στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και σύμβουλος της ισπανικής κυβέρνησης σε θέματα ιστορικής μνήμης.

Πηγή

Διαβάστε Περισσότερα

Tελευταία Nέα