Το έχουμε ζήσει και εδώ στην Ελλάδα, μας μεταφέρεται ως εικόνα και από την μακρινή Βενεζουέλα που επλήγη από τον φονικό διπλό σεισμό.
Μια διάσωση ενός ενήλικα, ενός μωρού, μιας γυναίκας ή ενός σκυλιού φωτίζει έστω για λίγο τα πρόσωπα, τα κάνει για μία στιγμή λαμπερά, την ίδια ώρα που όλοι γνωρίζουν ότι ο απολογισμός θα είναι βαρύς.
Θυμάμαι ως ρεπόρτερ τη σιωπή που ζητούσαν οι διασώστες στα χαλάσματα της πολυκατοικίας που κατέρρευσε στο σεισμό του Αιγίου το 1995. Η απόλυτη σιωπή που ήθελε να δώσει χώρο σε μια μικρή ανάσα, σε μια μικρή φράση που μπορεί να έβγαινε από τα ερείπια από τις τελευταίες δυνάμεις ενός παιδιού εγκλωβισμένου στα ερείπια.
Ο μικρός Ανδρέας, 11 χρονών τότε, ανασύρθηκε ζωντανός. Τέτοια εποχή ήταν. Ιούνιος. Και όταν το παιδί βγήκε σώο από τα χαλάσματα, γελούσαμε, χειροκροτούσαμε, δίναμε όλο τον χώρο στην ελπίδα, ενώ γνωρίζαμε τις απώλειες.
Αυτές οι στιγμές επαναλαμβάνονται σε κάποια γειτονιά της Βενεζουέλας, όπου το χτύπημα ήταν ακόμα πιο ισχυρό. Ακόμα και αν πέρασαν μέρες, διασώστες και απλοί πολίτες προσπαθούν να αφουγκραστούν μια ανάσα, να πιστέψουν σε ένα θαύμα που έστω λίγες φορές γίνεται πραγματικότητα μπροστά στα μάτια τους.
Απ’ αυτά τα υλικά είμαστε φτιαγμένοι εμείς οι άνθρωποι. Και ευτυχώς. Ακόμα και στην πιο δυσχερή κατάσταση, όταν όλα βλέπουν προς το χειρότερο σενάριο, μια στιγμή ελπίδας, μια ζωή που σώθηκε είναι αυτή που θα εντυπωθεί στην μνήμη μας, αυτή θα είναι η κληρονομιά μας για το μέλλον.











