Λίγες ημέρες πριν ξεκινήσει η συγκομιδή στις ποικιλίες Χαλκιδικής και Κονσερβοελιά, ο χώρος μοιάζει να ισορροπεί πάνω σε τεντωμένο σχοινί, καθώς από τη μια θα πρέπει να αποτραπεί ο ευτελισμός της πράσινης ελιάς, από τις «μπιρ παρά» πωλήσεις, για να αδειάσουν οι δεξαμενές και από την άλλη, να προστατευτεί το αγροτικό εισόδημα σε βιώσιμα επίπεδα, χωρίς, όμως, να πληγεί η ανταγωνιστικότητα του προϊόντος.
Ξεφυλλίστε σε υψηλή ανάλυση την εβδομαδιαία Agrenda
Ενόσω η αγωνία κορυφώνεται για το τί μέλλει γενέσθαι οι εμπλεκόμενοι με το αντικείμενο της επιτραπέζιας πράσινης ελιάς, αναζητούν τη χρυσή τομή, ενόψει και των ανακοινώσεων για τις τιμές που θα ισχύσουν για τη φετινή σοδειά, που μάλλον δεν θα γίνουν πριν περάσουν άλλες 10-15 ημέρες, ώστε να αρχίσει να ξεκαθαρίζει το τοπίο.
Το εγχείρημα, ωστόσο, δεν είναι καθόλου εύκολο. Κάθε άλλο, μάλιστα, καθώς τα στοιχεία του πρώτου εξαμήνου του 2026, για τις εξαγωγές, το καθιστούν ακόμη δυσκολότερο, αφού, για πρώτη φορά, μετά από χρόνια ανοδικών ρυθμών, οι εξαγωγές πράσινης επιτραπέζιας ελιάς, έχασαν, έστω και οριακά, έδαφος στη διεθνή αγορά.
Οι συγκεκριμένοι προβληματισμοί, ήταν «παρόντες» και το περασμένο Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου στην αίθουσα ξενοδοχείου της Λάρισας, όπου πραγματοποιήθηκε η ετήσια γενική συνέλευση της ΠΕΜΕΤΕ, όπως μας πληροφορεί ο πρόεδρος της συλλογικής οργάνωσης, Κώστας Ζούκας.
«Η εξίσωση είναι πολυπαραγοντική και δυστυχώς δισεπίλυτη» τονίζει ο επικεφαλής της ΠΕΜΕΤΕ, προσθέτοντας πως απαιτούνται πολύ λεπτοί χειρισμοί για τη διαχείριση της κατάστασης και σε αυτό συμφώνησαν τα μέλη της Ένωσης στην κορυφαία ετήσια δημοκρατική της διαδικασία.
Σύμφωνα με όσα αναλύθηκαν στη συνέλευση, ο κλάδος φέτος έχει να διαχειριστεί δύο αγκάθια. Από τη μια, την ηρτημένη παραγωγή, η οποία κατά τα μέλη της ΠΕΜΕΤΕ, εκτιμάται ότι θα είναι σε παρόμοιο όγκο με εκείνη των τελευταίων δύο ετών, σε αντίθεση με τους παραγωγούς, οι οποίοι επιμένουν πως ανάλογα την περιοχή, τουλάχιστον στην ποικιλία Χαλκιδικής, η μείωση, σε σχέση με πέρυσι, «παίζει» από 20% έως 50%.
«Με τα δέντρα από τις νέες φυτεύσεις που μπαίνουν σε παραγωγή, είναι παρακινδυνευμένο να κάνει κανείς ασφαλή εκτίμηση. Τα μέλη μας, ωστόσο, πιστεύουν ότι θα ισχύσει τελικώς ό,τι και πέρσι, όταν αποδείχθηκε στην πράξη πως η παραγωγή ήταν πιο πάνω από ότι είχε υπολογιστεί αρχικά», τονίζει ο κ. Ζούκας και δηλώνει σίγουρος πως η εκτίμηση των παραγωγών θα πέσει έξω.
Το δεύτερο αγκάθι για τους μεταποιητές -και σε αντανάκλαση και για τους παραγωγούς- έχει να κάνει με τα ανησυχητικά υψηλά αποθέματα έτοιμου προϊόντος, σε βαθμό μη διαχειρίσιμο εμπορικά. «Ως ποσοστό, σε σύγκριση με άλλες χρονιές, τα φετινά αποθέματα θεωρώ πως είναι τουλάχιστον 150% υψηλότερα. Αν υποθέσουμε, δηλαδή, πως σε μια κανονική χρονιά αυτή την περίοδο τα αποθέματα θα ήταν στους 40.000 τόνους, φέτος μιλάμε για πάνω από 100.000 με 120.000 τόνους. Αυτό σημαίνει πως μέχρι το τέλος του έτους, όπου θα έχουν ζυμωθεί οι νέες εσοδείας ελιές και θα μπορούμε να τις χρησιμοποιούμε, δεν θα έχουμε απορροφήσει το σύνολο των αποθεμάτων. Εδώ χρειάζεται ειδική διαχείριση, γιατί βλέπουμε τους τελευταίους 2-3 μήνες να πωλούνται από τη Χαλκιδική ελιές σε τιμές κάτω του κόστους, που δεν το αρμόζει στην αξία του προϊόντος, γιατί ευτελίζεται», εξηγεί ο συνομιλητής μας.
Οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτό το φρακάρισμα των πωλήσεων, έχουν να κάνουν με τις αντίρροπες κινήσεις που επικράτησαν από την πλευρά της προσφοράς και από την πλευρά της ζήτησης.
«Στην ίδια πλάνη υποπέσαμε και πέρυσι, καθώς η προσφορά πρώτης ύλης πέρσι ήταν πολύ πιο αυξημένη από αυτή που είχαμε εκτιμήσει. Την κατάσταση επιδείνωσε όμως και η μεγάλη παραγωγή που είχαν και οι άλλες χώρες που μας ανταγωνίζονται. Για παράδειγμα, η Αίγυπτος είχε υπερπαραγωγή και το ίδιο συνέβη και με το Μαρόκο. Η Ισπανία, επίσης, μετά από 2 – 3 χρόνια χαμηλών παραγωγών, παρήγαγε πέρυσι μία μεσαία παραγωγή, ενώ πολύ καλή παραγωγή είχαν και στη Σικελία και στη Νότια Ιταλία γενικά. Επομένως, υπήρχε ένα πλεονάζον προϊόν από την άποψη της προσφοράς, που δεν μπόρεσε να απορροφηθεί από την πλευρά της ζήτησης. Οι πληθωριστικές πιέσεις στην Ευρώπη, αλλά και στην Αμερική, όπου επιπλέον υπάρχουν και οι δασμοί, οδήγησαν σε συρρίκνωση της καταναλωτικής δαπάνης. Όλα αυτά είχαν αντίκτυπο και πάνω στη ζήτηση για την ελληνική επιτραπέζια ελιά. Αλλά και στην Αυστραλία έχουμε υποκατάσταση πολλών εισαγωγών ελληνικών από αιγυπτιακές ελιές, που μπορεί να είναι υποδεέστερες ποιοτικά, αλλά είναι πολύ χαμηλότερο το κόστος τους», διευκρινίζει ο κ. Ζούκας.
Και ενώ ήταν ήδη στραβό το κλήμα, το έφαγε και ο γάιδαρος της ΕΛΣΤΑΤ καθώς τα στατιστικά στοιχεία που εξέδωσε η στατιστική Αρχή, για το Α’ εξάμηνο του 2026, δείχνουν πως οι εξαγωγές φρέναραν, μετά από πολλά χρόνια ανοδικής πορείας. «Μιλάμε για μια μείωση 1% στην αξία των εξαγωγών και γύρω στο 2,5% σε επίπεδο όγκου. Σίγουρα πρόκειται για οριακές μειώσεις, αλλά δεν παύουν να είναι μειώσεις κι αποτελούν ένα ακόμη καμπανάκι στην όλη διαδικασία», υποστηρίζει ο πρόεδρος της ΠΕΜΕΤΕ.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο ίδιος αρνείται να πάρει θέση για την τιμολογιακή πολιτική που θα ακολουθηθεί φέτος, υπογραμμίζοντας πως «θα πρέπει προηγουμένως να αρχίσει να συλλέγεται ο καρπός, να δούμε και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του, να έχουμε και μία καλύτερη εκτίμηση των ποσοτήτων για να μπορέσουμε να τοποθετηθούμε. Άρα θα ήταν λάθος σε αυτή τη χρονική περίοδο να γίνει οποιαδήποτε εκτίμηση. Σε κάθε περίπτωση, όμως, τις τιμές τις διαμορφώνει η ίδια η αγορά, μέσα από την προσφορά και τη ζήτηση».

Η ανακοίνωση της ΠΕΜΕΤΕ
Με συγκρατημένη αισιοδοξία για τη νέα εσοδεία πραγματοποιήθηκε στις 5/9/2026, στη Λάρισα, η ετήσια Τακτική Γενική Συνέλευση της ΠΕΜΕΤΕ.
Με περισσότερο από το 90% της συνολικής εγχώριας ετήσιας παραγωγής να κατευθύνεται σε περισσότερες από 100 χώρες, ο κλάδος της επιτραπέζιας ελιάς έχει κατεξοχήν εξαγωγικό χαρακτήρα, γεγονός που τον καθιστά ιδιαίτερα εκτεθειμένο στις γεωπολιτικές αναταράξεις, τις διαταραχές του διεθνούς εμπορίου και τις δυσλειτουργίες της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας. Παράλληλα, η ισχυρή εξάρτηση από την πρωτογενή παραγωγή τον καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτο στις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης.
Οι τρέχουσες συνθήκες που επικρατούν, προκαλούν πρωτοφανείς αυξήσεις του λειτουργικού κόστους των επιχειρήσεων. Το υψηλό κόστος ενέργειας με τις αλυσιδωτές επιδράσεις στο κόστος των υλικών συσκευασίας, των πρώτων υλών, των μεταφορών, αλλά και το υψηλό μισθολογικό κόστος όταν δεν συνοδεύεται με μείωση των εργοδοτικών εισφορών, συρρικνώνουν την κερδοφορία του κλάδου, ενώ ταυτόχρονα περιορίζουν την ανταγωνιστικότητα του προϊόντος στις διεθνείς αγορές.
Στην εξίσωση προστίθεται η χαμηλή παραγωγικότητα του πρωτογενούς τομέα, ως αποτέλεσμα του ανεπαρκούς μέχρι σήμερα εκσυγχρονισμού του που επιφέρει υψηλό κόστος πρώτης ύλης, περιορίζοντας την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής μεταποίησης και των εξαγωγών, έναντι χωρών που έχουν προχωρήσει νωρίτερα στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και προσαρμογές στον ελαιοκομικό τους τομέα.
Ανεπάρκειες καταγράφονται και στην πλευρά της ζήτησης, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις περιορίζουν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και οι ειδικές συνθήκες που επικρατούν σε βασικές εισαγωγικές χώρες, όπως οι δασμοί στις ΗΠΑ και η δυσμενής οικονομική συγκυρία στη Γερμανία μειώνουν την καταναλωτική δαπάνη και έχουν αρνητική επίδραση στη ζήτηση για το ελληνικό προϊόν. Παράλληλα, στην Αυστραλία, χάνεται μερίδιο της αγοράς, καθώς το αιγυπτιακό προϊόν εντείνει τον ανταγωνισμό, κυρίως λόγω των σημαντικά χαμηλότερων τιμών του.
Οι πιέσεις αυτές αποτυπώνονται ήδη στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ: το πρώτο εξάμηνο του 2026 οι εξαγωγές επιτραπέζιων ελιών μειώθηκαν κατά 0,99% σε αξία και 2,25% σε όγκο, ανακόπτοντας την πολυετή ανοδική πορεία. Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά το ιστορικό ρεκόρ του 2025, με εξαγωγές €872 εκατ. και 282 χιλ. τόνων, ενώ την τελευταία δεκαετία η αξία των εξαγωγών αυξήθηκε κατά 115% και ο όγκος κατά 61%, επιβεβαιώνοντας την ανθεκτικότητα, την προσαρμοστικότητα και την εξωστρέφεια του κλάδου.
Η φετινή παραγωγή αναμένεται να κυμανθεί σε φυσιολογικά επίπεδα, αντίστοιχα με αυτά των δύο τελευταίων ετών. Ωστόσο, την έναρξη της νέας εμπορικής περιόδου επιβαρύνουν επιπλέον τα αυξημένα αποθέματα ποικιλίας “Χαλκιδική” από την προηγούμενη ελαιοκομική περίοδο (2025/26), που έχουν αποκτηθεί σε υψηλό κόστος. Ο κλάδος καλείται να εξασφαλίσει ισορροπία μεταξύ του περιορισμού των απωλειών του από τα ως άνω αποθέματα και την διασφάλιση του αγροτικού εισοδήματος για την νέα ελαιοκομική περίοδο (2026/27), χωρίς όμως να υποθηκευτεί η ανταγωνιστικότητα του προϊόντος.
Την πρόκληση αυτή δεν μπορεί να την επωμισθούν αποκλειστικά οι μεταποιητικές και εξαγωγικές επιχειρήσεις, οι οποίες ήδη απορροφούν σημαντικό μέρος των αυξήσεων του κόστους και των αναταράξεων των διεθνών αγορών, ενώ συνεχίζουν να επενδύουν τόσο σε υλικοτεχνική υποδομή, όσο και στη διατήρηση των υφιστάμενων και στο άνοιγμα νέων αγορών. Η ΠΕΜΕΤΕ έχει επανειλημμένα επισημάνει την ανάγκη για στοχευμένες και έγκαιρες παρεμβάσεις της Πολιτείας, οι οποίες όμως δεν εισακούσθηκαν.
Στην σημερινή συγκυρία, η στήριξη της Πολιτείας προς τον κλάδο καθίσταται περισσότερο αναγκαία από ποτέ, με συγκεκριμένες προτεραιότητες:
1) Τη δημιουργία Μητρώου Συσκευαστηρίων Επιτραπέζιων Ελιών, ως θεσμικού εργαλείου για την οργάνωση, εποπτεία και ιχνηλασιμότητα της αλυσίδας του προϊόντος.
2) Την μείωση του ενεργειακού και μη μισθολογικού κόστους των επιχειρήσεων,
3) Την διασφάλιση πραγματικής αμοιβαιότητας στις διεθνείς εμπορικές συμφωνίες, με έμφαση στην ετεροβαρή συμφωνία ΕΕ–Mercosur που δημιουργεί σημαντικές πιέσεις στους όρους ανταγωνισμού για τον ευρωπαϊκό και ελληνικό κλάδο.
4) Την τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων αξιολόγησης και εκταμίευσης των επενδυτικών προγραμμάτων, καθώς οι καθυστερήσεις περιορίζουν τη ρευστότητα των επιχειρήσεων και υπονομεύουν τον αναπτυξιακό σκοπό τους.
5) Τον εκσυγχρονισμό και τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στον πρωτογενή τομέα του κλάδου της επιτραπέζιας ελιάς με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας.
Παράλληλα, ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην ίδρυση της European Federation of Olive Industry (EFOI), πρωτοβουλία στην οποία η ΠΕΜΕΤΕ είχε πρωταγωνιστικό ρόλο, μαζί με τις αντίστοιχες οργανώσεις της Ιταλίας (ASSOM) και της Ισπανίας (ASEMESA). Η EFOI καλύπτει ένα διαχρονικό θεσμικό κενό στην ευρωπαϊκή εκπροσώπηση του κλάδου, παρέχοντας πλέον ένα κοινό πλαίσιο συντονισμού και παρέμβασης, ενισχύοντας την δυνατότητα των ελληνικών επιχειρήσεων να διεκδικούν τις θέσεις του στο ανώτερο ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η ανακοπή της εξαγωγικής δυναμικής αποτελεί σαφές προειδοποιητικό μήνυμα που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
H Πολιτεία οφείλει να περάσει άμεσα από τις διαπιστώσεις στις πράξεις.














