Φόρτωση Text-to-Speech…
Η αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ στο κυβερνείο Ιντλίμπ της Συρίας απέχει μόλις 70 χλμ. από τα τουρκικά σύνορα. Τα ισραηλινά πλήγματα της 17ης Αυγούστου στην υποδομή, την οποία είχαν νωρίτερα επισκεφθεί Τούρκοι αξιωματικοί, αντικατοπτρίζουν τις διαθέσεις της κυβέρνησης Νετανιάχου απέναντι στις βλέψεις του Ερντογάν σε αυτό το κομμάτι της γειτονιάς του.
Πρώτο ερώτημα
Ποια είναι τα κίνητρα πίσω από την ενεργό παρουσία της Αγκυρας στη Συρία;
«Η Τουρκία επιδιώκει σήμερα στη Συρία ό,τι επιδίωκε τόσο κατά τη δεκαετία του 2000 όσο και στις αρχές της δεκαετίας του 2010. Πριν απ’ όλα, σταθερότητα στη γειτονική της χώρα, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι εξελίξεις δεν θα επεκταθούν στο εσωτερικό της. Επειτα, εμπόριο, ώστε να ενισχύσει την ευημερία της. Και τέλος, πρόσβαση στην ευρύτερη περιοχή, ώστε να μπορεί να αναπτύσσει οικονομικές σχέσεις με άλλες χώρες, ιδίως με τα αραβικά κράτη του Κόλπου. Ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία είχε ανατρέψει τις τουρκικές επιδιώξεις. Τώρα όμως παρουσιάζεται μια ευκαιρία να επανεκκινήσει την προσπάθεια για σταθερότητα, εμπόριο και υλικοτεχνική διασύνδεση», τονίζει στην «Κ» ο Μπαρίν Καγιάογλου, αναλυτής και ιστορικός, συνεργάτης στο Middle East Institute.

Το ενδιαφέρον της Αγκυρας για την παρουσία της κουρδικής μειονότητας στη βόρεια Συρία είναι ισχυρό και δεδομένο. Οι κουρδικές δυνάμεις της Συρίας ήρθαν αντιμέτωπες με επανειλημμένες τουρκικές εισβολές τα προηγούμενα χρόνια, καθώς η Τουρκία τις θεωρούσε συνδεδεμένες με τη δράση των Κούρδων ανταρτών του ΡΚΚ στο εσωτερικό της. Από αυτήν την άποψη, αποκτά ξεχωριστή σημασία το γεγονός ότι στις 25 Αυγούστου οι ένοπλες δυνάμεις της Συρίας SDF που βρίσκονταν υπό την ηγεσία των Κούρδων ανακοίνωσαν τη διάλυση και την ενσωμάτωσή τους στις τάξεις της κυβέρνησης της Δαμασκού. Σημειωτέον, το ΡΚΚ έχει επίσης συμφωνήσει να διαλυθεί, γεγονός που σηματοδοτεί μια ευρύτερη υποχώρηση της μαχητικότητας μεταξύ των βασικών κουρδικών ομάδων της περιοχής.
Κοινή παραδοχή ανάμεσα στους αναλυτές που παρακολουθούν την περιοχή είναι ότι ο Ερντογάν επωφελείται από την αποδυνάμωση του Ιράν και του άξονα που εκείνο διατηρούσε μέχρι πρότινος, παρότι προσπαθεί συγχρόνως να τοποθετείται ως ενεργός μεσολαβητής που αντιτίθεται σε περαιτέρω επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ εις βάρος της Τεχεράνης. Στην πραγματικότητα, η αποδυνάμωση του Ιράν ανοίγει ένα παράθυρο στον πρόεδρο της Τουρκίας ώστε να επεκτείνει την περιφερειακή ισχύ του.
Παρότι ο Ερντογάν τοποθετείται ως ενεργός μεσολαβητής που αντιτίθεται σε περαιτέρω επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ εις βάρος της Τεχεράνης, η αποδυνάμωση του Ιράν του δίνει την ευκαιρία να επεκτείνει την περιφερειακή ισχύ του.
Αν κάτι γνωρίζουμε καλά στην Αθήνα, είναι ότι η Αγκυρα επιχειρεί να αξιοποιεί κάθε ευκαιρία με στόχο να αναδεικνύεται ως παράγοντας άσκησης επιρροής, από τις ζώνες σύγκρουσης που απλόχερα προσφέρει η Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένων αυτών του Λιβάνου και της Συρίας, μέχρι και τις αποκλειστικές οικονομικές ζώνες στα νερά που χωρίζουν την Τουρκία από την Ελλάδα και την Κύπρο. Πρόκειται για ένα δόγμα εξωτερικής πολιτικής το οποίο σταδιακά αποκτά νέες διαστάσεις, όπως αυτές που αναδεικνύει η συμφωνία της Μέκκας για το αμυντικό σουνιτικό μπλοκ μεταξύ της Τουρκίας, της Σαουδικής Αραβίας και του Πακιστάν – το οποίο είναι και πυρηνική δύναμη.
Δεύτερο ερώτημα
Γιατί το Ισραήλ κλιμακώνει επικίνδυνα και χωρίς περιστροφές τη στάση του απέναντι στην Τουρκία;
«Οι εξελίξεις στη γειτονική Συρία αποτελούν σαφώς πεδίο ενδιαφέροντος για την Αγκυρα. Ομως το Ισραήλ δεν επιθυμεί την ανάπτυξη ουσιαστικών τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων στη Συρία. Ιδίως σε υποδομές που σχετίζονται με αεροπορικές επιχειρήσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να περιορίσουν την υφιστάμενη ελευθερία δράσης του Ισραήλ στους συριακούς αιθέρες και να συστήσουν ευρύτερη απειλή –έστω και έμμεση– για την ασφάλειά του. Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι, αν και η πρόσφατη ισραηλινή επίθεση σημειώθηκε στη βορειοδυτική Συρία, το Ισραήλ ανησυχεί πρωτίστως για το ενδεχόμενο κατασκευής τουρκικών βάσεων στην κεντρική και στη νότια Συρία», υπογραμμίζει στην «Κ» η Γκαλία Λίντενστραους, ανώτερη ερευνήτρια και επιμελήτρια της έκδοσης «Strategic Assessment» στο Ινστιτούτο Μελετών Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ – INSS.
Το Ισραήλ δεν επιθυμεί την ανάπτυξη ουσιαστικών τουρκικών δυνάμεων στη Συρία. Ιδίως σε αεροπορικές υποδομές, οι οποίες θα μπορούσαν να περιορίσουν την υφιστάμενη ελευθερία δράσης του Ισραήλ στους συριακούς αιθέρες.
Η κυβέρνηση Νετανιάχου δεν επιθυμεί στη Συρία μια υπερδραστήρια Τουρκία στη θέση ενός αποδυναμωμένου Ιράν, για λόγους επιχειρησιακούς αλλά και πολιτικούς – που σχετίζονται με τις εκλογικές της σκοπιμότητες ενόψει της κάλπης της 27ης Οκτωβρίου στο Ισραήλ. «Πρόκειται για έναν συνδυασμό γεωπολιτικών πραγματικοτήτων αλλά και ψυχολογικών παραγόντων. Το Ισραήλ δεν θέλει να προκύψει στη Συρία άλλο ένα εχθρικό κράτος, όπως είχε συμβεί με το Ιράν, το οποίο είχε εδραιώσει την παρουσία του στην περιοχή από τη δεκαετία του 1980 έως τα τέλη του 2024. Παράλληλα, η “7η Οκτωβρίου” άλλαξε βαθιά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τα πράγματα η ισραηλινή πολιτική ελίτ και η ισραηλινή κοινωνία. Πλέον, όποιος δεν βλέπει τα πράγματα ακριβώς από τη δική τους οπτική αντιμετωπίζεται ως εχθρός», συμπλήρωσε ο Μπαρίν Καγιάογλου.
Τρίτο ερώτημα
Τι πιθανότητες συγκεντρώνει το σενάριο μιας ευθείας σύγκρουσης μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας;
Τα κίνητρα της τουρκικής παρουσίας στη Συρία αγγίζουν το μαλακό υπογάστριο του ισραηλινού δόγματος ασφάλειας. Ταυτόχρονα, υπάρχει ισχυρό ενδιαφέρον και των δύο πλευρών για την καλύτερη δυνατή τοποθέτηση στην εμπορική διαδρομή που θα συνδέει την Ανατολή με τη Δύση.

Η εκτίμηση που επικρατεί είναι ότι η Αγκυρα δεν επιδιώκει έναν πόλεμο με το Ισραήλ, όμως επιχειρεί να το απομονώσει και κατ’ επέκταση να το αποδυναμώσει. Λίγο πιο σύνθετη είναι η ερμηνεία των διαθέσεων της ισραηλινής πλευράς. «Η κλιμάκωση της έντασης μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας αποτελεί σοβαρή μακροπρόθεσμη ανησυχία. Επιπλέον, ο κίνδυνος λανθασμένου υπολογισμού στον συριακό εναέριο χώρο παραμένει υψηλός. Παρότι η γραμμή επικοινωνίας για την αποτροπή και διαχείριση περιστατικών (deconfliction hotline), η οποία εγκαθιδρύθηκε τον Μάιο του 2025, σχεδιάστηκε με σκοπό να αποτρέπει τέτοιου είδους περιστατικά, το πρόσφατο ισραηλινό πλήγμα στη Συρία ενδέχεται να έχει διαβρώσει μέρος της εμπιστοσύνης που απαιτείται για να παραμείνει αποτελεσματικός ένας τέτοιος μηχανισμός», επισημαίνει η Γκαλία Λίντενστραους.
Το πλήγμα στην αεροπορική βάση της βορειοδυτικής Συρίας, δηλαδή σε μια περιοχή την οποία η Τουρκία αντιλαμβάνεται ως μέρος της σφαίρας επιρροής της, θεωρείται κομβική εξέλιξη, η οποία υπερβαίνει τον χαρακτήρα μιας περιορισμένης τοπικής επίθεσης. Μια σχολή σκέψης στο Ισραήλ αναγνωρίζει μάλιστα –με ό,τι αυτό συνεπάγεται– ότι το πλήγμα δεν δικαιολογείται πλήρως σε επιχειρησιακούς όρους, καθώς οι δυνατότητες της Αγκυρας της επιτρέπουν, εφόσον το επιλέξει, να αναλάβει επιθετική δράση κατά του Ισραήλ από τη νότια Τουρκία, χωρίς να απαιτείται ο τουρκικός έλεγχος της βόρειας Συρίας.
Από την πτώση του καθεστώτος του Μπασάρ αλ-Ασαντ τον Δεκέμβριο του 2024, το Ισραήλ διατηρεί ζώνη ασφαλείας εντός συριακού εδάφους και πραγματοποιεί αεροπορικά πλήγματα εναντίον στόχων που θεωρεί ότι συνιστούν κίνδυνο, συμπεριλαμβανομένων στρατιωτικών βάσεων που προορίζονταν να φιλοξενήσουν τουρκικές δυνάμεις, όπως η αεροπορική βάση Τ4 στην κεντρική Συρία, την οποία έπληξε τον Μάρτιο του 2025.
Αυτήν τη φορά, οι ισραηλινές δυνάμεις πραγματοποίησαν οκτώ πλήγματα, με στόχο τον διάδρομο απογείωσης – προσγείωσης και τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης της βάσης Αμπού αλ-Ντουχούρ στο Ιντλίμπ. Το γραφείο του Ισραηλινού πρωθυπουργού δήλωσε ότι το Ισραήλ και η Συρία είχαν προηγουμένως καταλήξει σε μια συμφωνία για τη διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος ασφαλείας, όμως η Δαμασκός βρισκόταν στα πρόθυρα να την παραβιάσει, επιτρέποντας την ανάπτυξη τουρκικών δυνάμεων στην αεροπορική βάση.
Σύροι αξιωματούχοι διέψευσαν την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας και καταδίκασαν την επίθεση ως «παραβίαση της κυριαρχίας». Η Αγκυρα διέψευσε κατηγορηματικά ότι σχεδίαζε ανάπτυξη δυνάμεων στη βάση και καταδίκασε δημόσια το πλήγμα. Παράλληλα, ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Αγκυρα και ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία και το Ιράκ, Τομ Μπάρακ, εξέφρασε την ανησυχία του, χαρακτηρίζοντας το περιστατικό «περιττή κλιμάκωση που δεν συμβάλλει στην περιφερειακή σταθερότητα».













