Την ερχόμενη Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου, η Επιτροπή Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα συζητήσει το σχέδιο έκθεσης του εισηγητή Νόρμπερτ Λινς (ΕΛΚ) για τον Κανονισμό της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) μετά το 2027, καθώς και το σχέδιο έκθεσης του εισηγητή Ερίκ Σαρτζιακόμο (S&D) για τις τροποποιήσεις στον Κανονισμό Κοινής Οργάνωσης των Αγορών (ΚΟΑ). Παρότι το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης μέχρι σήμερα έχει επικεντρωθεί στη νέα αρχιτεκτονική των αγροτικών ενισχύσεων, οι σχεδόν 1.600 τροπολογίες που έχουν κατατεθεί για την ΚΟΑ ανοίγουν μια ευρύτερη συζήτηση: από τον ρόλο της δημόσιας παρέμβασης και τη θέση των παραγωγών στην αλυσίδα τροφίμων έως τις πρωτεϊνούχες καλλιέργειες, το κρέας και την επισιτιστική ασφάλεια.
Σχολικά προγράμματα: Μάχη για χρήματα και προϊόντα
Η Κομισιόν προτείνει υποχρεωτική εφαρμογή του σχολικού προγράμματος από τα κράτη-μέλη, με χρηματοδότηση από το νέο Ταμείο Εθνικής και Περιφερειακής Εταιρικής Σχέσης (NRPF), αντί του ειδικά δεσμευμένου κονδυλίου της ΚΑΠ. Παράλληλα, προωθεί τον περιορισμό προϊόντων με ελεύθερα σάκχαρα και λιπαρά, την προτεραιότητα σε ευρωπαϊκά προϊόντα υψηλής περιβαλλοντικής και κοινωνικής βιωσιμότητας και την εκπαίδευση των μαθητών για τη γεωργία, την υγιεινή διατροφή και τη σπατάλη τροφίμων. Να σημειωθεί ότι οι τροπολογίες των ευρωβουλευτών ανοίγουν τρία μέτωπα.
Πρώτον, ζητούν σταθερή και προβλέψιμη χρηματοδότηση, με πρόταση για 1,757 δισ. ευρώ την περίοδο 2028-2034 και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ειδική γραμμή στον προϋπολογισμό της ΕΕ.
Δεύτερον, τίθεται υπό αμφισβήτηση η υποχρεωτική συμμετοχή των κρατών-μελών.
Τρίτον, εξελίσσεται πολιτική αντιπαράθεση για τη σύνθεση των προϊόντων: ορισμένες τροπολογίες επιτρέπουν μη ζαχαρούχα φυτικά ροφήματα, ενώ άλλες ενισχύουν τη θέση του γάλακτος και των γαλακτοκομικών. Στο πρόγραμμα προτείνεται επίσης η ένταξη προϊόντων με γεωγραφικές ενδείξεις, ορεινών περιοχών, μελισσοκομικών προϊόντων και προϊόντων οικογενειακών εκμεταλλεύσεων.
Τομεακές παρεμβάσεις με περισσότερη χρηματοδοτική ασφάλεια
Η Κομισιόν διατηρεί τις τομεακές παρεμβάσεις και διευρύνει το πεδίο τους σε οπωροκηπευτικά, οίνο, πρωτεϊνούχες καλλιέργειες, μελισσοκομία, ελαιόλαδο και επιτραπέζιες ελιές, λυκίσκο και άλλους τομείς. Ωστόσο, δεν προβλέπει ειδική χρηματοδότηση αντίστοιχη με αυτή που ισχύει σήμερα για ορισμένους κλάδους, κυρίως τα οπωροκηπευτικά.
Ο εισηγητής επιχειρεί να μεταφέρει στον Κανονισμό ΚΟΑ μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδοτικής αρχιτεκτονικής, ενώ ορισμένες τροπολογίες ζητούν η ενωσιακή χρηματοδότηση να προέρχεται απευθείας από τον προϋπολογισμό του NRPF σε επίπεδο ΕΕ και όχι από τις εθνικές κατανομές. Έτσι, θα διατηρείται η λογική της άμεσης χρηματοδότησης από το ΕΓΤΕ και δεν θα μειονεκτούν οργανώσεις παραγωγών που δραστηριοποιούνται σε περισσότερα κράτη-μέλη.
Νέος τομέας ψυχανθών και πρωτεϊνούχων καλλιεργειών
Η Κομισιόν προτείνει τη δημιουργία ξεχωριστού τομέα πρωτεϊνούχων καλλιεργειών, με στόχο την αύξηση της ευρωπαϊκής παραγωγής και τη μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενες πρωτεϊνούχες ζωοτροφές.
Ο εισηγητής στηρίζει την κατεύθυνση, αλλά προτείνει να ονομαστεί «τομέας ψυχανθών καλλιεργειών», διευρύνοντας την έννοια. Προβλέπει επίσης επιχειρησιακά προγράμματα με στόχους αύξησης της παραγωγής και κατανάλωσης ψυχανθών, δείκτες παρακολούθησης και ειδικό παρατηρητήριο αγοράς πρωτεϊνούχων καλλιεργειών.
Τιμές αναφοράς στο 80% του κόστους παραγωγής
Το σημαντικότερο ίσως σημείο των τροπολογιών αφορά τις τιμές αναφοράς, οι οποίες λειτουργούν ως βάση για την ενεργοποίηση μέτρων παρέμβασης και προστασίας της αγοράς.
Η Κομισιόν προτείνει την κατάργηση του άρθρου 7 του Κανονισμού 1308/2013, μετά και την απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ το 2016 ότι οι τιμές αναφοράς πρέπει να καθορίζονται από το Συμβούλιο βάσει της Συνθήκης.
Ο εισηγητής δεν αμφισβητεί την απόφαση, προτείνει όμως η Επιτροπή να καταθέσει έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027 και στη συνέχεια ανά διετία προτάσεις επικαιροποίησης των τιμών. Παράλληλα, προτείνει οι τιμές αναφοράς να καθοριστούν στο 80% του μέσου πλήρους κόστους παραγωγής στην ΕΕ, ώστε να λειτουργούν ως πραγματικό δίχτυ ασφαλείας σε περιόδους κρίσης.
Προτείνεται ακόμη οι τιμές αυτές να χρησιμοποιούνται για την ενεργοποίηση μέτρων διασφάλισης και τον περιορισμό εισαγωγών σε κρίσεις υπερπαραγωγής, ενώ η Κομισιόν να υποχρεώνεται να προτείνει μέτρα εξισορρόπησης της αγοράς εντός δύο μηνών από την υποχώρηση των τιμών κάτω από το όριο αναφοράς.
Ωστόσο, υπάρχει σημαντικό νομικό ζήτημα: σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ, η Επιτροπή έχει αποκλειστική αρμοδιότητα νομοθετικής πρωτοβουλίας και δεν μπορεί να υποχρεωθεί με πράξη παράγωγου δικαίου να υποβάλει συγκεκριμένη πρόταση. Ως εκ τούτου, η συγκεκριμένη τροπολογία είναι πιθανό να αποδυναμωθεί ή να αποσυρθεί στις διαπραγματεύσεις.
Δημόσια παρέμβαση και αντικειμενικά κριτήρια κρίσης
Ο εισηγητής προτείνει επέκταση της δημόσιας παρέμβασης στη ζάχαρη και στο αιγοπρόβειο κρέας, ενώ τα αποθέματα παρέμβασης θα μπορούν να αξιοποιούνται για την αναπλήρωση εθνικών αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης ή, στην περίπτωση σιτηρών και ζάχαρης, για βιοκαύσιμα.
Παράλληλα, επιχειρείται περιορισμός της διακριτικής ευχέρειας της Κομισιόν. «Διαταραχή αγοράς» θα θεωρείται μεταβολή τιμών άνω του 15% σε τρεις μήνες ή τιμές κάτω από το 80% του πλήρους κόστους για πάνω από έξι μήνες. «Σοβαρή ανισορροπία» θα θεωρείται μεταβολή άνω του 15% σε έξι μήνες στους όγκους παραγωγής, κατανάλωσης, εισαγωγών ή εξαγωγών.
Ισχυρότερες Οργανώσεις Παραγωγών
Οι τροπολογίες ενισχύουν τον ρόλο των Οργανώσεων Παραγωγών (ΟΠ), προσθέτοντας ως στόχο την ενίσχυση της διαπραγματευτικής ισχύος των αγροτών μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων για συμβάσεις, τιμές, ποσότητες, παραδόσεις και πληρωμές.
Παράλληλα, προωθούνται κοινές υπηρεσίες για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, τη διαχείριση κινδύνων και τη μείωση της εξάρτησης από ορυκτά καύσιμα.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι προτάσεις για ρήτρες επιμερισμού της αξίας, με δυνατότητα των κρατών-μελών να απαιτούν συμβατικές ρήτρες συνδεδεμένες με δείκτη κόστους που θα βασίζεται στο πλήρες κόστος παραγωγής.
Κρέας και εναλλακτικές πρωτεΐνες
Η νέα νομοθεσία της ΕΕ του Ιουλίου 2026 έχει ήδη κατοχυρώσει την αποκλειστική χρήση συγκεκριμένων όρων κρέατος για προϊόντα ζωικής προέλευσης, συμπεριλαμβάνοντας πλέον και τους όρους «steak» και «liver».
Ορισμένοι ευρωβουλευτές ζητούν ακόμη αυστηρότερους περιορισμούς, ώστε όροι όπως burger, sausage, salami, ham, meatball και minced meat να προορίζονται αποκλειστικά για μεταποιημένα προϊόντα κρέατος. Άλλες τροπολογίες, αντίθετα, επιδιώκουν να επιτρέπεται η χρήση τέτοιων όρων για φυτικά προϊόντα, υπό την προϋπόθεση σαφούς επισήμανσης.
Επισιτιστική ασφάλεια και στρατηγικά αποθέματα
Η Κομισιόν θέλει κάθε κράτος-μέλος να διαθέτει σχέδιο ετοιμότητας και αντιμετώπισης κρίσεων, με παρακολούθηση αποθεμάτων και συμμετοχή σε ευρωπαϊκές ασκήσεις προσομοίωσης.
Οι τροπολογίες διευρύνουν την έννοια των στρατηγικών αποθεμάτων, ώστε να περιλαμβάνει και κρίσιμες γεωργικές εισροές, όπως λιπάσματα, πρόσθετες ύλες ζωοτροφών και σπόρους. Προτείνεται ακόμη η δυνατότητα προσωρινής αναστολής της χρήσης γεωργικών προϊόντων για βιοκαύσιμα σε περίπτωση κρίσης.
Παράλληλα, εισάγεται η ιδέα ενός κεντρικού φορέα για τη διαχείριση αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης και ασφαλείας, κατά το πρότυπο των στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου, καθώς και αποθεμάτων που θα δεσμεύονται συμβατικά από ιδιωτικές επιχειρήσεις για χρήση σε κρίσεις.
Προς μια πιο παρεμβατική ΚΑΠ;
Η συζήτηση στην COMAGRI αποτελεί την αφετηρία για τη διαμόρφωση της θέσης του Ευρωκοινοβουλίου. Οι προτάσεις του εισηγητή δείχνουν καθαρά μια τάση επιστροφής σε μεγαλύτερο βαθμό διαχείρισης των αγροτικών αγορών, σε αντίθεση με τη φιλοσοφία μεγαλύτερου προσανατολισμού στην αγορά που χαρακτήρισε τις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις της ΚΑΠ.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν οι τιμές αναφοράς θα συνδεθούν ουσιαστικά με το κόστος παραγωγής και αν θα αποκτήσουν πραγματικό ρόλο στην ενεργοποίηση των μηχανισμών προστασίας. Παράλληλα, η ενίσχυση των Οργανώσεων Παραγωγών, τα στρατηγικά αποθέματα και τα αντικειμενικά κριτήρια για τις κρίσεις δείχνουν ότι η επόμενη ΚΑΠ μπορεί να επιχειρήσει να προσφέρει στους παραγωγούς ισχυρότερα εργαλεία απέναντι στις ακραίες διακυμάνσεις των αγορών.
Την ίδια στιγμή, η συζήτηση για το σχολικό πρόγραμμα και τις φυτικές εναλλακτικές αποκαλύπτει μια ευρύτερη πολιτική μάχη για το ποια προϊόντα και ποια παραγωγικά μοντέλα θα έχουν χώρο στην ευρωπαϊκή αγροδιατροφική πολιτική μετά το 2027.













