Ο James Dyson χρειάστηκε 5.127 πρωτότυπα μέχρι να φτάσει στην ηλεκτρική σκούπα που αργότερα θα τον έκανε γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτό σημαίνει ότι προηγήθηκαν 5.126 προσπάθειες που κάπου απέτυχαν. Κάτι είχε σχεδιαστεί λάθος, κάτι είχε υπολογιστεί λάθος, κάτι λειτουργούσε διαφορετικά από όσο περίμενε. Όταν διάβασα ξανά αυτή την ιστορία, προσπάθησα να ξεχάσω για λίγο τον Dyson όπως τον γνωρίζουμε σήμερα και να τον φανταστώ κάπου στη μέση αυτής της πορείας. Στο πρωτότυπο 700, στο 2.000, στο 4.000. Εκεί όπου ακόμη καμία επιτυχία στο μέλλον μπορούσε να επιβεβαιώσει ότι όλη αυτή η επιμονή είχε νόημα. Υπήρχε μόνο μια ιδέα, η επόμενη δοκιμή και άλλη μία αποτυχία.
Εκ των υστέρων όλα αποκτούν μια παράξενη τάξη. Οι αποτυχίες μπαίνουν στη σειρά και μοιάζουν σαν αναγκαία στάδια μιας διαδρομής που οδηγούσε κάπου. Όταν ζεις μέσα σε αυτή τη διαδρομή, η εικόνα είναι πολύ λιγότερο καθαρή. Υπάρχουν περίοδοι όπου η προσπάθεια μοιάζει απλώς με επανάληψη του ίδιου λάθους. Υπάρχουν άνθρωποι γύρω σου που αρχίζουν να κουράζονται από το σχέδιό σου. Υπάρχουν στιγμές όπου κι εσύ ο ίδιος αναρωτιέσαι αν η επιμονή σου είναι αρετή ή αδυναμία να αποδεχτείς ότι κάτι απέτυχε. Αυτές οι στιγμές λείπουν συνήθως από τις ιστορίες επιτυχίας, ίσως επειδή χαλάνε τη συνοχή τους. Στην πραγματική ζωή όμως αποτελούν μεγάλο μέρος της εμπειρίας.
Advertisment
Κάτι αντίστοιχο περιγράφει ο συγγραφέας Bob Brody. Μέσα σε περίπου πενήντα χρόνια συγγραφικής δουλειάς έχει δεχθεί χιλιάδες απορρίψεις. Ένας editor απέρριψε είκοσι προτάσεις του στη σειρά πριν δεχθεί μία. Πενήντα εκδότες απέρριψαν την πρόταση για τα απομνημονεύματά του πριν βρεθεί κάποιος που ενδιαφέρθηκε. Ο ίδιος έχει πει ότι στα πρώτα χρόνια κάθε τέτοια απόρριψη έφτανε πολύ πιο μέσα από το κείμενο. Ένιωθε ότι απορριπτόταν ο ίδιος. Καταλαβαίνω αυτή την αίσθηση. Όταν έχεις περάσει πολλές ώρες φτιάχνοντας κάτι, είναι δύσκολο να διαχωρίσεις εντελώς την αξία αυτού που έφτιαξες από τη δική σου. Ο άλλος λέει «αυτό το κείμενο δε μου κάνει» και μέσα σου η πρόταση ακούγεται πολύ μεγαλύτερη.
Κάπου ανάμεσα στον Dyson και στον Brody άρχισα να σκέφτομαι ξανά τη φράση «No pain, no gain». Την έχουμε ακούσει τόσες φορές μέσα σε γυμναστήρια ώστε έχει σχεδόν εξαντληθεί. Παρ όλα αυτά, στο σώμα η λογική της είναι ξεκάθαρη. Για να δυναμώσει ένας μυς, χρειάζεται αντίσταση. Για να αποκτήσει κάποιος μεγαλύτερη αντοχή, χρειάζεται να φτάσει επανειλημμένα σε ένα σημείο όπου το σώμα αρχίζει να κουράζεται. Ακόμη και στη νηστεία υπάρχει μια εθελοντική αποδοχή της πείνας για κάποιο χρονικό διάστημα. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις επιλέγουμε μια ελεγχόμενη μορφή δυσφορίας επειδή γνωρίζουμε ότι το σώμα προσαρμόζεται όταν του ζητάμε κάτι περισσότερο από αυτό που ήδη μπορεί να κάνει.
Με ενδιαφέρει πολύ περισσότερο τι συμβαίνει όταν μεταφέρουμε αυτή τη λογική έξω από το σώμα. Εκεί η σχέση μας με τη δυσφορία γίνεται πολύ πιο περίπλοκη. Θέλουμε να αποκτήσουμε αυτοπεποίθηση, όμως η έκθεση μας τρομάζει. Θέλουμε να φτιάξουμε κάτι δικό μας, όμως η αβεβαιότητα ενός εγχειρήματος μας κρατά στη θέση μας. Θέλουμε μια ουσιαστική σχέση και ταυτόχρονα φοβόμαστε τη στιγμή όπου ο άλλος θα γνωρίζει αρκετά για εμάς ώστε να μπορεί πραγματικά να μας πληγώσει. Θέλουμε να γίνουμε καλοί σε κάτι, ενώ η περίοδος κατά την οποία είμαστε ακόμη μέτριοι μάς φαίνεται αφόρητη. Υπάρχει συχνά μια κρυφή προσδοκία πως πρώτα θα νιώσουμε έτοιμοι και έπειτα θα κινηθούμε. Στην πράξη συμβαίνει συχνά το αντίστροφο. Κινούμαστε με αμφιβολία και η αίσθηση ετοιμότητας έρχεται πολύ αργότερα, εφόσον έρθει.
Advertisment
Ίσως γι αυτό η αποφυγή είναι τόσο ελκυστική. Προσφέρει άμεση ανακούφιση. Αναβάλλεις μια δύσκολη συζήτηση και για εκείνο το βράδυ η ένταση πέφτει. Κρατάς το κείμενο στο συρτάρι και γλιτώνεις την πιθανότητα να το απορρίψει κάποιος. Μένεις στη δουλειά που γνωρίζεις και για λίγο η αβεβαιότητα εξαφανίζεται. Αποφεύγεις να ζητήσεις κάτι και μαζί εξαφανίζεται η πιθανότητα να ακούσεις μια αρνητική απάντηση. Κάθε τέτοια επιλογή έχει μια μικρή ανταμοιβή. Σε προστατεύει τώρα. Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν αυτή η προστασία γίνεται τρόπος ζωής.
Ο ψυχολόγος Donald Meichenbaum χρησιμοποίησε τον όρο stress inoculation για να περιγράψει μια διαδικασία όπου ο άνθρωπος μαθαίνει να αντιμετωπίζει σταδιακά απαιτητικές καταστάσεις και να αυξάνει την ικανότητά του να τις διαχειρίζεται. Η ιδέα του μου φαίνεται πολύ πιο κατανοητή όταν τη δεις μέσα από καθημερινές εμπειρίες. Η πρώτη παρουσίαση μπροστά σε κόσμο μπορεί να είναι σχεδόν σωματικά δυσάρεστη. Μετά από δέκα παρουσιάσεις, ίσως ακόμη υπάρχει άγχος, όμως υπάρχει και η μνήμη ότι έχεις σταθεί εκεί ξανά. Η πρώτη επαγγελματική απόρριψη μπορεί να σε κρατήσει ξύπνιο όλο το βράδυ. Μετά από χρόνια δουλειάς, μια ακόμη απόρριψη εξακολουθεί να ενοχλεί, όμως έχει χάσει ένα μέρος της εξουσίας της πάνω σου. Μέσα από την επανάληψη δημιουργείται μια γνώση που δύσκολα αποκτάται θεωρητικά. Ξέρεις πλέον από προσωπική εμπειρία ότι μπορείς να περάσεις μέσα από αυτό.
Αυτό συμβαίνει σε δεκάδες μικρές στιγμές που ποτέ δε θα καταλήξουν σε κάποια βιογραφία. Όταν κάποιος αποφασίζει να αφήσει μια σταθερή θέση και να δοκιμάσει κάτι δικό του. Όταν κάθεται απέναντι από τον σύντροφό του και λέει κάτι που απέφευγε για μήνες. Όταν αρχίζει θεραπεία και έρχεται για πρώτη φορά αντιμέτωπος με μια πλευρά της ζωής του που είχε μάθει να παρακάμπτει. Όταν στέλνει μια πρόταση, ζητά περισσότερα χρήματα, αναλαμβάνει μια θέση για την οποία αισθάνεται ακόμη ανέτοιμος, φεύγει από μια σχέση που έχει τελειώσει μέσα του πολύ πριν τελειώσει στην πράξη. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει μια χρονική περίοδος όπου η καινούργια κατάσταση προσφέρει λιγότερη ασφάλεια από την παλιά. Αυτός ο ενδιάμεσος χρόνος είναι ίσως το κομμάτι που δυσκολευόμαστε περισσότερο να αποδεχτούμε.
Ο Nassim Nicholas Taleb περιέγραψε με τον όρο antifragile συστήματα που μπορούν να ωφελούνται από την πίεση και τη μεταβλητότητα. Η λέξη χρησιμοποιείται συχνά πολύ εύκολα όταν μιλάμε για ανθρώπους, όμως η εικόνα παραμένει ενδιαφέρουσα. Υπάρχουν πράγματα που μαθαίνουμε για τον εαυτό μας μόνο όταν μια κατάσταση μας αναγκάσει να τα χρησιμοποιήσουμε. Μπορεί κάποιος να θεωρεί ότι έχει ψυχραιμία μέχρι να βρεθεί σε μια πραγματική κρίση. Μπορεί να πιστεύει ότι αντέχει την απόρριψη μέχρι να ακούσει το πρώτο σοβαρό «όχι». Μπορεί να θεωρεί ότι εμπιστεύεται τις επιλογές του μέχρι να χρειαστεί να πάρει μία απόφαση χωρίς καμία εγγύηση. Εκεί αρχίζει να φαίνεται τι υπάρχει ήδη και τι χρειάζεται ακόμη να δημιουργηθεί.
Γι αυτό οι 5.126 αποτυχίες του Dyson έχουν για μένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον από το επιτυχημένο prototype. Η τελευταία προσπάθεια εξηγείται εύκολα, επειδή γνωρίζουμε τι ακολούθησε. Οι προηγούμενες χρειάζονταν πίστη χωρίς αποτέλεσμα. Εκεί βρίσκεται η πιο δύσκολη μορφή επιμονής. Να συνεχίζεις όταν ακόμη η πραγματικότητα σου δίνει πολύ λίγους λόγους να πιστεύεις ότι βρίσκεσαι κοντά. Μπορεί η επόμενη προσπάθεια να λειτουργήσει. Μπορεί να αποτύχει όπως οι προηγούμενες. Η απόφαση να συνεχίσεις λαμβάνεται πριν αποκτήσεις αυτή τη γνώση.
Κοιτάζοντας τη δική μας ζωή, υπάρχουν πιθανότατα αρκετές περιπτώσεις όπου επιλέξαμε μια πιο δύσκολη διαδρομή επειδή κάτι μέσα της άξιζε περισσότερο για εμάς. Μπορεί να ήταν μια δουλειά που μας εξέθεσε, μια σχέση που μας ανάγκασε να μιλήσουμε καθαρά, μια αλλαγή που για μήνες μας έκανε να αισθανόμαστε ξένοι μέσα στην ίδια μας τη ζωή. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις όπου αποφύγαμε τη δυσκολία και πολύ αργότερα καταλάβαμε το τίμημα αυτής της επιλογής. Νομίζω πως και οι δύο εμπειρίες είναι απαραίτητες για να καταλάβει κάποιος τι σημαίνει πραγματικά η φράση «No pain, no gain».
Για μένα πλέον η φράση έχει χάσει κάτι από τον ηρωικό χαρακτήρα που της αποδίδουμε. Τη βλέπω περισσότερο ως μια απλή παρατήρηση για το πώς λειτουργούν αρκετά σημαντικά πράγματα στη ζωή. Μερικές φορές υπάρχει ένα διάστημα κατά το οποίο καταβάλλεις προσπάθεια και το αποτέλεσμα παραμένει αβέβαιο. Υπάρχει κόπος πριν από την ικανότητα, έκθεση πριν από την αυτοπεποίθηση, επανάληψη πριν από την ευκολία. Το δύσκολο είναι ότι μέσα σε εκείνο το διάστημα κανείς δε μπορεί να σου εγγυηθεί πως όσα κάνεις θα δικαιωθούν.
Ίσως γι αυτό η ιστορία του Dyson μένει τελικά μαζί μου. Θα ήθελα να ξέρω τι σκεφτόταν όταν απέτυχε το πρωτότυπο 5.126. Αν είχε κουραστεί. Αν είχε αμφιβολίες. Αν εκείνο το βράδυ πέρασε από το μυαλό του η σκέψη να σταματήσει. Ξέρουμε μόνο ότι την επόμενη φορά δοκίμασε ξανά.
Και αυτή τη φορά δούλεψε.













