«Άδειο» το αμερικανικό οπλοστάσιο – Ο Λευκός Οίκος ζητά από βιομηχάνους να πιέσουν το Κογκρέσο για περισσότερα χρήματα

Κοινοποίηση

Φαίνεται πως οι ιρανικοί πύραυλοι και τα βουνά που είναι κρυμμένοι έχουν «απορροφήσει» τέτοιες ποσότητες αμερικανικών πυρομαχικών, που ο Λευκός Οίκος καταφεύγει πλέον σε ασυνήθιστα επιθετικές μεθόδους για την αναπλήρωσή τους, πιέζοντας το Κογκρέσο μέσω βιομηχάνων.

Στα τέλη Ιουλίου, στελέχη αμερικανικών αμυντικών κολοσσών και εταιρειών αμυντικής τεχνολογίας της Silicon Valley κλήθηκαν στον Λευκό Οίκο για να συναντηθούν με την προσωπάρχη του προέδρου, Σούζι Γουάιλς, τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, τον διευθυντή του Γραφείου Διαχείρισης και Προϋπολογισμού Ράσελ Βόουτ και τον διευθυντή Νομοθετικών Υποθέσεων του Λευκού Οίκου Τζέιμς Μπρέιντ, σύμφωνα με άτομα που επικαλείται η Washington Post.

Ανάμεσα στις εταιρείες που συμμετείχαν ήταν η Lockheed Martin, η Northrop Grumman, η Boeing, η εταιρεία αυτόνομων οπλικών συστημάτων Anduril και η εταιρεία ανάλυσης δεδομένων Palantir.

Προς τι όμως αυτή η συνάντηση;

Ο Λευκός Οίκος ζήτησε από τα στελέχη των εταιρειών να ασκήσουν απευθείας πιέσεις στους νομοθέτες ώστε να εγκριθεί επιπλέον χρηματοδότηση για τις αμυντικές δαπάνες και, κατ’ επέκταση, να μπορέσουν να υλοποιηθούν οι συμφωνίες που έχει συνάψει το Πεντάγωνο με τη βιομηχανία.

Οι συμφωνίες-πλαίσιο κυβέρνησης-ιδιωτικού τομέα αποτυπώνουν την πρόθεση του Πενταγώνου για μελλοντικές αγορές, χωρίς να αποτελούν ακόμη δεσμευτικές συμβάσεις προμήθειας.

Ωστόσο, αυτές εξαρτώνται από την έγκριση στο Κογκρέσου ενός νομοσχεδίου αμυντικών δαπανών ύψους 1,15 τρισ. δολαρίων, το οποίο μπλοκάρεται από του Δημοκρατικούς που αντιτίθενται στις τεράστιες αυξήσεις των δαπανών. «Αυτό είναι το δίλημμα, αυτός είναι ο κίνδυνος», είπε ο Καράκο διευθυντής του Missile Defense Project στη δεξαμενή σκέψης Center for Strategic and International Studies (CSIS). «Αυτό το πραγματικά, πραγματικά κρίσιμο ζήτημα βρίσκεται σε κίνδυνο εξαιτίας της αδυναμίας του Κογκρέσου να εγκρίνει τις πιστώσεις».

Έτσι η κυβέρνηση θέλει οι αμυντικοί κολοσσοί να βάλουν ένα «χεράκι» να επιτευχθεί αύξηση δαπανών μέσω της διαδικασίας δημοσιονομικής συμφιλίωσης του Κογκρέσου, κατά τη Washington Post.

Η δημοσιονομική συμφιλίωση (budget reconciliation) είναι ειδική κοινοβουλευτική διαδικασία για νομοθετήματα που αφορούν δαπάνες, έσοδα και το δημόσιο χρέος και, μεταξύ άλλων, επιτρέπει στο σχετικό νομοσχέδιο χωρίς να απαιτούνται οι 60 ψήφοι που συνήθως χρειάζονται στη Γερουσία για να ξεπεραστεί η κοινοβουλευτική παρεμπόδιση από τη μειοψηφία (filibuster)

Μπορεί το lobbying εταιρειών προς το Κογκρέσο να είναι θεσμοθετημένο, αλλά είναι μεγάλη η διαφορά ανάμεσα στις πιέσεις προς την κυβέρνηση για κρατικές συμβάσεις και στο απροκάλυπτο κάλεσμα της κυβέρνησης σε εταιρείες να ασκήσουν πιέσεις σε πολιτικούς του Κογκρέσου για να αποδεσμευθούν χρήματα για τις αγορές όπλων.

Πόσο σοβαρή είναι η κατάσταση

Αν και ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε την Πέμπτη 6 Αυγούστου ότι οι οι ΗΠΑ διαθέτουν «τεράστιες ποσότητες» πυρομαχικών και ότι «μεγάλες ποσότητες κατασκευάζονται και αποστέλλονται στις ΗΠΑ ανάλογα με τις ανάγκες», η πραγματικότητα είναι μάλλον διαφορετική.

Πλέον έχουν απομείνει παγκοσμίως λιγότεροι από 827 Patriot, από περίπου 2.200 πριν από τον πόλεμο, και λιγότεροι από 278 THAAD από 452, σύμφωνα με ανάλυση του CSIS. Έτσι ερμηνεύεται εν πολλοίς και η υπαναχώρηση του Λευκού Οίκου από την κλιμάκωση των επιθέσεων, όπως είχε αναφέρει προηγουμένως η Washington Post.

Μόνο κατά τον πρώτο μήνα του πολέμου, οι ΗΠΑ εκτόξευσαν περισσότερους από 850 πυραύλους κρουζ Tomahawk και περισσότερους από 1.000 Patriot και THAAD. Χρησιμοποιήθηκαν επίσης, περισσότεροι από 1.300 τακτικοί βαλλιστικοί πύραυλοι του Στρατού Ξηράς κατά τις πρώτες εβδομάδες των μαχών.

Οι συμφωνίες που περιμένουν τα δισ. του Κογκρέσου

Το Πεντάγωνο έχει ανακοινώσει τους τελευταίους μήνες αρκετές «συμφωνίες-πλαίσιο» με τους μεγαλύτερους αμερικανικούς αμυντικούς εργολάβους και αναδυόμενες νεοφυείς επιχειρήσεις, με στόχο να αυξήσει την προμήθεια τόσο χαμηλού κόστους πυρομαχικών όσο και εξελιγμένων όπλων αεράμυνας, όπως τα συστήματα αναχαίτισης πυραύλων Terminal High Altitude Area Defense (THAAD) και Patriot.

Τη Δευτέρα, 3 Αυγούστου το Υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε συμφωνία-πλαίσιο με τη Northrop Grumman και τη Lockheed Martin για την αύξηση της παραγωγής των πυραύλων Patriot Advanced Capability-3 (PAC-3) και THAAD. Το Πεντάγωνο ανέθεσε στη Lockheed Martin σύμβαση αξίας έως και 58,6 δισεκ. δολ., με στόχο τον τριπλασιασμό της παραγωγής των PAC-3 έως το 2030.

Τον Μάιο, το Πεντάγωνο ανακοίνωσε αρκετές συμφωνίες-πλαίσιο με εταιρείες αμυντικής τεχνολογίας, μεταξύ των οποίων οι Anduril, Castelion, CoAspire, Leidos και Zone 5, με σκοπό να «επεκτείνει επιθετικά» τις δυνατότητες κρούσης του αμερικανικού στρατού και να αγοράσει τους χαμηλού κόστους πυραύλους τους.

Στα τέλη Ιουνίου, το υπουργείο φιλοξένησε επίσης επικεφαλής διαφόρων νεοφυών επιχειρήσεων της Silicon Valley, υποδεικνύοντας ότι θα διαδραματίσουν κρίσιμο ρόλο στον ανεφοδιασμό των ΗΠΑ με όπλα.

«Είναι συμφωνίες για να συμφωνήσουν και, ως εκ τούτου, δεν είναι συμβάσεις», δήλωσε ο Τομ Καράκο. «Σχεδόν τίποτα δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης, και αυτό είναι το πρόβλημα».

«Η άμεση συνεργασία με τους επικεφαλής της βιομηχανίας για την επιτάχυνση της παραγωγής δεν είναι κάτι καινούργιο. Αυτή ήταν η σαφής πρόθεση του προέδρου και αυτού του υπουργού από την αρχή», ανέφερε σε δήλωσή του ο επικεφαλής εκπρόσωπος του Πενταγώνου Σον Πάρνελ.

Πρόσθεσε ότι το υπόμνημα Φάινμπεργκ «είναι πραγματικό» και «θα αξιοποιηθεί για τη διαμόρφωση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους 2028 που θα υποβληθεί στο Κογκρέσο προς χρηματοδότηση και είναι απολύτως συνεπές με τη συνεχιζόμενη προσπάθειά μας να ανοικοδομήσουμε την αμυντική βιομηχανική βάση».

Διορία 21 ημερών – «Κατασκευάστε πιο γρήγορα»

Πέραν των συμφωνιών πλαίσιο, πιο πρόσφατα, η κυβέρνηση απαιτεί πιο γρήγορα να κατασκευάζονται όπλα. Την Τετάρτη 5 Αυγούστου, ο αναπληρωτής υπουργός Άμυνας Στιβ Φάινμπεργκ ενημέρωσε μέσω υπομνήματος τις αμυντικές βιομηχανίες ότι έχουν διορία 21 ημέρες για να υποβάλουν σχέδια με στόχο να «επιτύχουν σημαντικά ταχύτερα, πιο επιθετικά χρονοδιαγράμματα παραδόσεων και/ή αυξημένη παραγωγή κρίσιμων δυνατοτήτων», σύμφωνα με το υπόμνημα, το οποίο δεν είχε δημοσιοποιηθεί προηγουμένως.

«Οι κύκλοι ανάπτυξης που διαρκούν χρόνια δεν είναι αποδεκτοί», έγραψε ο Φάινμπεργκ. «Πρέπει να επιταχύνουμε δραστικά τα χρονοδιαγράμματα των προγραμμάτων μας και να διευρύνουμε την παραγωγική μας ικανότητα τώρα».

Στο υπόμνημα, ο Φάινμπεργκ ανέφερε ότι το Υπουργείο Άμυνας «αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσει, παράγει και θέτει σε επιχειρησιακή χρήση στρατιωτικές δυνατότητες, προκειμένου να ανταποκριθεί στις σημερινές και μελλοντικές προκλήσεις».

Ο Φάινμπεργκ χαρακτήρισε αρκετά οπλικά προγράμματα κρίσιμης σημασίας και «υπό εξέταση για επιτάχυνση ή αύξηση των προμηθειών» στο πλαίσιο της αναθεώρησης του προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2028. Σε αυτά περιλαμβάνονταν το πρόγραμμα αντιπυραυλικής άμυνας «Next Generation Interceptor», το «National Advanced Surface-to-Air Missile System», ένα κινητό σύστημα ραντάρ αεράμυνας, ένα προηγμένο σύστημα εκπαίδευσης πιλότων και ένα διαστημικό σύστημα παρακολούθησης πυραύλων.

Ζητούσε επίσης από τις αμυντικές εταιρείες να «προτείνουν συγκεκριμένες επενδύσεις κεφαλαίου και επεκτάσεις εγκαταστάσεων […] για τη στήριξη της δέσμευσης του Υπουργείου για μεγαλύτερο όγκο και διατηρήσιμες παραγγελίες», πρόσθεσε ο Φάινμπεργκ.

«Εξηγήστε πώς θα συνεργαστούμε ως εταίροι και αποδείξτε την προθυμία σας να αναλάβετε και εσείς μέρος του ρίσκου», έγραψε.

Ο Καράκο δήλωσε ότι ορισμένοι αμυντικοί εργολάβοι δαπανούν δικά τους κεφάλαια για να χρηματοδοτήσουν το κόστος παραγωγής, ενώ το Κογκρέσο βρίσκεται σε αδιέξοδο και οι συμφωνίες-πλαίσιο αναμένουν έγκριση. Επισήμανε, ωστόσο, ότι αυτό συνεπάγεται κίνδυνο για τη βιομηχανία. «Είναι λίγο σαν στοίχημα, επειδή ρισκάρουν», είπε. «Είναι εισηγμένες εταιρείες και κανονικά δεν πρέπει να παίρνεις τέτοιο ρίσκο βασιζόμενος σε μια υπόσχεση».

Πηγή

Διαβάστε Περισσότερα

Tελευταία Nέα