Υπάρχουν άνθρωποι που λειτουργούν άψογα και εσωτερικά νιώθουν απόντες. Απαντούν σωστά. Φροντίζουν. Προσαρμόζονται. Προλαβαίνουν τις ανάγκες των άλλων πριν ακόμη ειπωθούν. Ξέρουν τι πρέπει να πουν σε μια δύσκολη στιγμή, πώς να σταθούν σε μια σχέση, πώς να αποδώσουν σε ένα επαγγελματικό περιβάλλον, πώς να φανούν ώριμοι, λογικοί, χρήσιμοι, ήρεμοι.
Και όμως, πίσω από αυτή την άψογη λειτουργικότητα, υπάρχει συχνά ένα παράξενο αίσθημα εσωτερικής απουσίας. Ο άνθρωπος ζει, σχετίζεται, εργάζεται, αγαπιέται ίσως, επιτυγχάνει ίσως, και παρ’ όλα αυτά αισθάνεται ότι κάτι μέσα του παραμένει μακριά από τη ζωή του.
Advertisment
Αυτό το αίσθημα δύσκολα περιγράφεται. Μοιάζει με κόπωση, χωρίς να είναι μόνο κόπωση. Μοιάζει με θλίψη, χωρίς να έχει πάντα εμφανή αιτία. Μοιάζει με επιτυχία που δεν φτάνει στο κέντρο του ανθρώπου. Μοιάζει με ζωή που συμβαίνει σωστά, αλλά δεν βιώνεται αληθινά.
Ο Donald Winnicott, ένας από τους σημαντικότερους παιδοψυχιάτρους και ψυχαναλυτές του 20ού αιώνα, έδωσε σε αυτή την εμπειρία μια από τις πιο ακριβείς ψυχαναλυτικές διατυπώσεις. Την περιέγραψε μέσα από τη διάκριση ανάμεσα στον αληθινό και τον ψευδή εαυτό.
Στο κείμενό του «Ego Distortion in Terms of True and False Self», ο Winnicott δεν μιλά για μια απλή κοινωνική μάσκα. Μιλά για μια ολόκληρη ψυχική οργάνωση. Για έναν τρόπο ύπαρξης που δημιουργείται όταν ο άνθρωπος, από πολύ νωρίς, μαθαίνει ότι για να κρατήσει τη σχέση με το περιβάλλον πρέπει να εγκαταλείψει την αυθόρμητη κίνηση του εαυτού του και να ανταποκριθεί σε αυτό που το περιβάλλον περιμένει.
Advertisment
Ο αληθινός εαυτός ως αυθόρμητη κίνηση
Για τον Winnicott, ο αληθινός εαυτός δεν είναι μια ρομαντική ιδέα αυθεντικότητας. Είναι κάτι πολύ πιο πρώιμο και πολύ πιο σωματικό. Συνδέεται με την αυθόρμητη χειρονομία του βρέφους, με την πρώτη αίσθηση ότι «υπάρχω από μέσα μου», ότι η κίνηση, η επιθυμία, η ανάγκη, το βλέμμα, το κλάμα, η χαρά, ξεκινούν από ένα ζωντανό κέντρο.
Το βρέφος στην αρχή της ζωής δεν διαθέτει ώριμο εγώ. Δεν έχει ακόμη σταθερή αίσθηση ταυτότητας. Χρειάζεται ένα περιβάλλον που να το κρατά, να το αντέχει, να το καθρεφτίζει και να ανταποκρίνεται αρκετά καλά στις κινήσεις του. Ο Winnicott ονόμασε αυτό το περιβάλλον facilitating environment, δηλαδή διευκολυντικό περιβάλλον, και μίλησε για τη μητέρα ή τον βασικό φροντιστή ως good enough mother, όχι ως τέλεια μητέρα, αλλά ως αρκετά καλή παρουσία.
Η αρκετά καλή μητέρα δεν προλαβαίνει μηχανικά κάθε ανάγκη του παιδιού. Ούτε εξαφανίζει κάθε ματαίωση. Αυτό που προσφέρει είναι κάτι πιο κρίσιμο: μια αρχική προσαρμογή στην ανωριμότητα του βρέφους. Δημιουργεί την αίσθηση ότι ο κόσμος μπορεί να απαντήσει στην αυθόρμητη κίνηση του παιδιού. Ότι η ανάγκη του έχει θέση. Ότι η ύπαρξή του δεν χρειάζεται να οργανωθεί από την αρχή γύρω από την αγωνία του άλλου.
Εκεί αρχίζει η εμπειρία του αληθινού εαυτού. Όταν το παιδί αισθάνεται ότι μπορεί να εμφανιστεί χωρίς να πρέπει αμέσως να προσαρμοστεί.
Η γέννηση του ψευδούς εαυτού
Ο ψευδής εαυτός γεννιέται όταν αυτή η αρχική συνάντηση αποτυγχάνει επαναλαμβανόμενα. Όταν το περιβάλλον δεν ανταποκρίνεται στην αυθόρμητη κίνηση του παιδιού, αλλά απαιτεί από το παιδί να ανταποκριθεί στις δικές του ανάγκες.
Το βρέφος τότε βρίσκεται μπροστά σε μια άρρητη ψυχική απαίτηση. Αν εκφράσει αυτό που είναι, κινδυνεύει να χάσει τη σύνδεση. Αν προσαρμοστεί, μπορεί να διατηρήσει τη σχέση. Η προσαρμογή γίνεται λύση επιβίωσης.
Ο Winnicott περιγράφει τον ψευδή εαυτό ως μια αμυντική οργάνωση που προστατεύει τον αληθινό εαυτό από την εισβολή του περιβάλλοντος. Αυτή η λεπτομέρεια είναι κρίσιμη. Ο ψευδής εαυτός δεν είναι απλώς ψέμα. Είναι προστασία. Είναι ένας τρόπος να μείνει κρυμμένο κάτι ζωντανό, επειδή το περιβάλλον δεν φάνηκε ικανό να το υποδεχθεί.
Αυτό σημαίνει ότι πολλοί άνθρωποι που μοιάζουν ιδιαίτερα προσαρμοσμένοι, ευγενικοί, ώριμοι ή ικανοί μπορεί να κουβαλούν μια παλιά εσωτερική οργάνωση γύρω από την ανάγκη να μη διαταράξουν τον άλλον. Η προσαρμογή τους κάποτε υπήρξε ευφυής. Αργότερα έγινε φυλακή.
Η σχέση με τη συμμόρφωση
Στον πυρήνα του ψευδούς εαυτού βρίσκεται η συμμόρφωση.
Η λέξη ακούγεται απλή, αλλά ψυχαναλυτικά είναι πολύ σύνθετη. Συμμόρφωση σημαίνει ότι ο άνθρωπος μαθαίνει να οργανώνει την ύπαρξή του με βάση την προσδοκία του άλλου. Το ερώτημα «τι θέλω;» υποχωρεί μπροστά στο ερώτημα «τι χρειάζεται ο άλλος από εμένα;». Το ερώτημα «τι νιώθω;» υποχωρεί μπροστά στο «τι επιτρέπεται να νιώσω εδώ;».
Στην παιδική ηλικία αυτό μπορεί να πάρει πολλές μορφές. Ένα παιδί γίνεται υπερβολικά καλό. Δεν ζητά πολλά. Δεν θυμώνει. Δεν ενοχλεί. Διαβάζει το πρόσωπο της μητέρας πριν εκφράσει την ανάγκη του. Μαθαίνει να αναγνωρίζει την ένταση στο σπίτι πριν οι μεγάλοι τη διατυπώσουν. Αναπτύσσει μια πρόωρη ευαισθησία στο περιβάλλον, η οποία συχνά εκλαμβάνεται ως ωριμότητα.
Όμως αυτή η ωριμότητα μπορεί να είναι πρόωρη άμυνα. Ο παιδικός ψυχισμός αναγκάζεται να αναλάβει έργο που δεν του αναλογεί: να ρυθμίσει τον κόσμο των ενηλίκων.
Ο John Bowlby, μέσα από τη θεωρία του δεσμού, περιέγραψε πώς οι πρώιμες σχέσεις δημιουργούν εσωτερικά μοντέλα για τον εαυτό και τους άλλους. Αν το παιδί μάθει ότι η αγάπη εξαρτάται από την προσαρμογή, τότε μπορεί να εισέλθει στην ενήλικη ζωή με την αίσθηση ότι η σχέση πρέπει να κερδίζεται μέσα από πρόβλεψη, φροντίδα και αυτοπεριορισμό.
Ο Carl Rogers, από μια διαφορετική θεραπευτική παράδοση, μίλησε για τους όρους αξίας. Το παιδί μαθαίνει ότι αξίζει όταν ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένες προσδοκίες. Η αποδοχή παύει να βιώνεται ως δεδομένη και συνδέεται με απόδοση, ευγένεια, συμμόρφωση, επιτυχία ή συναισθηματική αυτολογοκρισία.
Στην ψυχαναλυτική γλώσσα του Winnicott, αυτό ακριβώς μπορεί να γίνει το έδαφος πάνω στο οποίο οργανώνεται ο ψευδής εαυτός.
Ο ψευδής εαυτός στην ενήλικη ζωή
Ο ενήλικας με έντονη οργάνωση ψευδούς εαυτού συχνά δεν μοιάζει ασθενής. Μπορεί να είναι εξαιρετικά λειτουργικός. Μπορεί να έχει κοινωνική επιτυχία, επαγγελματική σταθερότητα, καλές σχέσεις, ευγένεια, αξιοπιστία, ικανότητα φροντίδας.
Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Όλα αυτά μπορεί να συμβαίνουν χωρίς εσωτερική αίσθηση ζωτικότητας.
Ο άνθρωπος δεν βιώνει τη ζωή του ως έκφραση. Τη βιώνει ως ανταπόκριση.
Μπορεί να επιλέγει επαγγέλματα που τον κάνουν χρήσιμο, αλλά όχι ζωντανό. Μπορεί να μπαίνει σε σχέσεις όπου ο ρόλος του είναι να καταλαβαίνει, να αντέχει, να διευκολύνει, να μην επιβαρύνει. Μπορεί να μιλά με τρόπο ώριμο, ενώ μέσα του υπάρχει ένα κομμάτι που δεν έχει μιλήσει ποτέ. Μπορεί να είναι αγαπητός στους άλλους και ξένος στον εαυτό του.
Ο Winnicott θεωρούσε ότι στις σοβαρές μορφές ψευδούς εαυτού ο άνθρωπος μπορεί να ζει σχεδόν αποκλειστικά μέσα από μια συμμορφωμένη επιφάνεια, ενώ ο αληθινός εαυτός παραμένει κρυμμένος, απομονωμένος και μη επικοινωνήσιμος. Σε πιο ήπιες μορφές, ο ψευδής εαυτός είναι μέρος της κοινωνικής λειτουργίας και μπορεί να είναι χρήσιμος. Κανείς δεν ζει εντελώς χωρίς κοινωνικές προσαρμογές. Η παθολογία αρχίζει όταν η προσαρμογή καταλαμβάνει όλο τον χώρο της ύπαρξης.
Εδώ βρίσκεται μια σημαντική διάκριση. Ο ψευδής εαυτός δεν είναι το ίδιο με την κοινωνική ευγένεια, την επαγγελματική συμπεριφορά ή την πολιτισμένη αυτοσυγκράτηση. Αυτά αποτελούν απαραίτητα στοιχεία της κοινωνικής ζωής. Ο ψευδής εαυτός γίνεται πρόβλημα όταν ο άνθρωπος χάνει την πρόσβαση στην αυθόρμητη εμπειρία του και μένει μόνο με την εικόνα που λειτουργεί.
Το σώμα που κουράζεται να παίζει ρόλο
Η ψυχοδυναμική θεωρία συχνά περιγράφει τον ψευδή εαυτό μέσα από τις σχέσεις και τις εσωτερικές αναπαραστάσεις. Όμως στην καθημερινή εμπειρία, ο ψευδής εαυτός γίνεται αισθητός και στο σώμα.
Ο άνθρωπος κουράζεται από τη διαρκή επιμέλεια της παρουσίας του. Από την ανάγκη να είναι σωστός. Από τη συνεχή σάρωση του περιβάλλοντος. Από την πρόβλεψη της διάθεσης των άλλων. Από την προσπάθεια να μην απογοητεύσει, να μην εκτεθεί, να μην γίνει βάρος, να μην φανεί δύσκολος.
Ο Bessel van der Kolk έχει δείξει, μέσα από την τραυματολογική έρευνα και κλινική εμπειρία, ότι το σώμα κρατά τις ιστορίες προσαρμογής και απειλής. Παρότι ο Winnicott δεν διατύπωσε τη θεωρία του με τη σύγχρονη νευροβιολογική γλώσσα, η σκέψη του συναντά σήμερα μια ευρύτερη κατανόηση: η ψυχική άμυνα δεν είναι μόνο ιδέα. Είναι τρόπος αναπνοής, μυϊκή ετοιμότητα, τόνος φωνής, στάση σώματος, τρόπος βλέμματος.
Ο Allan Schore, με τη συμβολή του στη μελέτη της συναισθηματικής ρύθμισης και του δεξιού εγκεφάλου, ανέδειξε τη σημασία της πρώιμης σχέσης για τη ρύθμιση του νευρικού συστήματος. Το βρέφος δεν ρυθμίζεται μόνο του. Ρυθμίζεται μέσα στη σχέση. Αν η σχέση αυτή απαιτεί υπερβολική προσαρμογή, τότε η προσαρμογή μπορεί να εγγραφεί ως βασικός τρόπος ύπαρξης.
Έτσι, ο ψευδής εαυτός δεν είναι μόνο μια ψυχική στάση. Είναι μια ολόκληρη οικονομία ενέργειας. Ο άνθρωπος δεν κουράζεται μόνο επειδή κάνει πολλά. Κουράζεται επειδή υπάρχει συνεχώς μέσα από έναν εαυτό που πρέπει να συντηρείται.
Το τραύμα της μη αναγνώρισης
Ο Winnicott δεν περιγράφει τον αληθινό εαυτό ως κάτι που χρειάζεται θαυμασμό. Χρειάζεται αναγνώριση.
Αυτό έχει μεγάλη σημασία. Ένα παιδί μπορεί να θαυμάζεται και ταυτόχρονα να μη συναντιέται. Μπορεί να επαινείται επειδή είναι έξυπνο, όμορφο, ήσυχο, δυνατό, ταλαντούχο, ώριμο, και παρ’ όλα αυτά να νιώθει ότι οι άλλοι αγαπούν περισσότερο τη λειτουργία του παρά την ύπαρξή του.
Αυτό δημιουργεί μια ιδιαίτερη μορφή μοναξιάς. Ο άνθρωπος μπορεί να βρίσκεται μέσα σε σχέσεις και να αισθάνεται βαθιά μόνος, επειδή οι άλλοι σχετίζονται με το πρόσωπο που έμαθε να παρουσιάζει. Το πιο ζωντανό του κομμάτι παραμένει προστατευμένο, αλλά και απομονωμένο.
Ο Christopher Bollas χρησιμοποίησε την έννοια του unthought known, του άσκεπτου γνωστού, για να περιγράψει εμπειρίες που ο άνθρωπος γνωρίζει ψυχικά πριν μπορέσει να τις σκεφτεί καθαρά. Πολλοί άνθρωποι με έντονη οργάνωση ψευδούς εαυτού ξέρουν κάπου μέσα τους ότι κάτι δεν είναι δικό τους. Δεν το έχουν ακόμη διατυπώσει, αλλά το αισθάνονται ως κενό, ως απουσία, ως ανεξήγητη δυσφορία απέναντι σε μια ζωή που εξωτερικά φαίνεται σωστή.
Η θεραπευτική εργασία συχνά αρχίζει ακριβώς εκεί. Όχι με μια μεγάλη αποκάλυψη, αλλά με την αργή διατύπωση αυτού που ο άνθρωπος γνώριζε χωρίς να το έχει σκεφτεί.
Η παρεξήγηση της αυθεντικότητας
Στη σύγχρονη κουλτούρα, η αυθεντικότητα συχνά παρουσιάζεται ως έκφραση χωρίς φίλτρο. Να λες αυτό που σκέφτεσαι. Να κάνεις αυτό που θέλεις. Να σταματήσεις να δίνεις λογαριασμό.
Αυτή είναι μια φτωχή κατανόηση του ζητήματος. Για τον Winnicott, ο αληθινός εαυτός δεν είναι παρορμητικότητα. Ούτε αδιαφορία για τον άλλον. Ούτε ναρκισσιστική απαίτηση να περιστρέφεται ο κόσμος γύρω από την επιθυμία μας.
Ο αληθινός εαυτός είναι η δυνατότητα να αισθάνεται ο άνθρωπος ότι η ζωή του πηγάζει από μέσα του. Ότι οι πράξεις του έχουν εσωτερική καταγωγή. Ότι η σχέση με τον άλλον δεν απαιτεί πλήρη εγκατάλειψη της δικής του εμπειρίας.
Αυτό κάνει τη θεωρία του Winnicott τόσο επίκαιρη. Σε έναν κόσμο που ζητά από τον άνθρωπο να είναι διαρκώς αποδοτικός, ευχάριστος, διαθέσιμος, παραγωγικός, συναισθηματικά ελεγχόμενος και κοινωνικά αναγνώσιμος, ο ψευδής εαυτός μπορεί να επιβραβεύεται. Μπορεί να γίνεται καριέρα. Μπορεί να γίνεται εικόνα. Μπορεί να γίνεται προσωπικό brand. Μπορεί να γίνεται ολόκληρη ταυτότητα.
Και ο άνθρωπος να χειροκροτείται για την απομάκρυνσή του από τον εαυτό του.
Η θεραπευτική σημασία του να μη βιαστεί κανείς
Η επιστροφή από τον ψευδή εαυτό δεν είναι πράξη γρήγορης απόφασης. Ένας άνθρωπος που έμαθε να υπάρχει μέσω προσαρμογής δεν μπορεί απλώς να «είναι ο εαυτός του» επειδή κάποιος του το πρότεινε.
Αυτή η φράση, όσο καλοπροαίρετη και αν είναι, μπορεί να γίνει βίαιη. Γιατί ο άνθρωπος μπορεί να μην ξέρει ποιος είναι έξω από την προσαρμογή. Μπορεί να φοβάται ότι αν σταματήσει να είναι χρήσιμος, θα χάσει την αγάπη. Μπορεί να νιώθει ενοχή όταν εκφράζει ανάγκη. Μπορεί να αισθάνεται άδειος όταν δεν υπάρχει κάποιος ρόλος να εκπληρώσει.
Η θεραπεία, στην ψυχαναλυτική παράδοση του Winnicott, δεν επιβάλλει αυθεντικότητα. Δημιουργεί συνθήκες όπου η αυθόρμητη κίνηση μπορεί σταδιακά να εμφανιστεί χωρίς να απειληθεί.
Ο θεραπευτής λειτουργεί, σε έναν βαθμό, ως νέο διευκολυντικό περιβάλλον. Δεν διορθώνει απλώς σκέψεις. Δεν δίνει οδηγίες ζωής. Κρατά έναν χώρο όπου ο άνθρωπος μπορεί να υπάρξει χωρίς να χρειάζεται αμέσως να αποδώσει, να γοητεύσει, να εξηγήσει, να προστατεύσει τον άλλον από την αλήθεια του.
Εκεί μπορεί να ακουστεί για πρώτη φορά μια επιθυμία που είχε θαφτεί κάτω από χρόνια ευγένειας. Ένας θυμός που είχε μεταμφιεστεί σε κατανόηση. Μια λύπη που είχε κρυφτεί πίσω από λειτουργικότητα. Μια ανάγκη που είχε μάθει να ζητά συγγνώμη πριν καν εκφραστεί.
Όταν ο άνθρωπος αρχίζει να κατοικεί ξανά μέσα του
Ο ψευδής εαυτός δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση. Υπήρξε κάποτε μια ευφυής λύση. Προστάτευσε κάτι. Κράτησε τον άνθρωπο σε σχέση. Του επέτρεψε να περάσει μέσα από περιβάλλοντα όπου η αυθόρμητη ύπαρξη δεν είχε αρκετή ασφάλεια.
Όμως κάθε άμυνα που παραμένει για πάντα μετατρέπεται σε περιορισμό. Αυτό που κάποτε έσωσε τον άνθρωπο μπορεί αργότερα να τον απομακρύνει από τη ζωή του.
Η θεραπευτική και υπαρξιακή αξία της έννοιας του Winnicott βρίσκεται ακριβώς εδώ. Μας βοηθά να δούμε την προσαρμογή με σεβασμό, αλλά και με ακρίβεια. Να αναγνωρίσουμε ότι ο άνθρωπος μπορεί να επιβιώνει μέσα από έναν ρόλο και ταυτόχρονα να πενθεί σιωπηλά για τον εαυτό που δεν βρήκε χώρο.
Η αρχή της μετακίνησης συχνά δεν μοιάζει εντυπωσιακή. Μπορεί να είναι μια μικρή αλήθεια. Μια παύση πριν από το αυτόματο ναι. Μια αναγνώριση της κόπωσης. Μια στιγμή όπου ο άνθρωπος αισθάνεται ότι αυτό που είπε ήταν πραγματικά δικό του. Μια σχέση όπου δεν χρειάζεται να είναι διαρκώς χρήσιμος για να παραμείνει αγαπητός.
Τότε ο αληθινός εαυτός δεν εμφανίζεται σαν θριαμβευτική αποκάλυψη. Εμφανίζεται σαν μια ήσυχη επιστροφή.
Ο άνθρωπος αρχίζει να κατοικεί ξανά μέσα του.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό σημείο στη σκέψη του Winnicott: η ψυχική υγεία δεν είναι απλώς η ικανότητα να προσαρμοζόμαστε στην πραγματικότητα. Είναι η δυνατότητα να νιώθουμε ότι υπάρχουμε αληθινά μέσα σε αυτήν.









