Οι απειλές Ιράν και Τραμπ για νέα χτυπήματα επαναφέρουν τον «πόλεμο» και στην παγκόσμια οικονομία

Η αντίφαση είναι πλέον εμφανής. Από τη μία πλευρά, οι συνομιλίες συνεχίζονται. Από την άλλη, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις όχι μόνο δεν έχουν σταματήσει, αλλά αποκτούν μεγαλύτερη ένταση και γεωγραφική διασπορά.

Τα αμερικανικά πλήγματα μετά την κατάρριψη Apache

Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε «αμυντικά πλήγματα» εναντίον ιρανικών στόχων, μετά την κατάρριψη αμερικανικού ελικοπτέρου Apache νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα. Οι δύο επιβαίνοντες διασώθηκαν μετά την πτώση του ελικοπτέρου κοντά στις ακτές του Ομάν, με την Ουάσινγκτον να αποδίδει την ευθύνη για το περιστατικό στην Τεχεράνη.

Σύμφωνα με τον αμερικανικό στρατό, οι επιθέσεις είχαν στόχο ιρανικά συστήματα αεράμυνας, σταθμούς ελέγχου εδάφους και θέσεις ραντάρ επιτήρησης. Η επιχείρηση διήρκεσε περίπου τέσσερις ώρες, στοιχείο που δείχνει ότι δεν επρόκειτο για ένα μεμονωμένο προειδοποιητικό χτύπημα, αλλά για συντονισμένη στρατιωτική απάντηση.

Η Ουάσινγκτον παρουσιάζει τις ενέργειές της ως αναγκαία αντίδραση σε επίθεση κατά αμερικανικού στρατιωτικού μέσου. Ωστόσο, η χρονική στιγμή των πληγμάτων, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη διπλωματικές επαφές, αυξάνει τον κίνδυνο οι συνομιλίες να μετατραπούν σε απλή διαδικασία χωρίς ουσιαστική πολιτική ισχύ.

Συνεχίζονται οι συνομιλίες παρά τα εκατέρωθεν πυρά

Παρά την κλιμάκωση, ανώτερος αξιωματούχος του Λευκού Οίκου επιβεβαίωσε στο Fox News ότι οι ειρηνευτικές συνομιλίες μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν συνεχίζονται και την Τετάρτη.

«Οι συνομιλίες συνεχίζονται», ανέφερε χαρακτηριστικά ο αξιωματούχος, προσθέτοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες απάντησαν στην κατάρριψη του Apache και ότι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ θα συνεχίσει να ασκεί τη μέγιστη δυνατή πίεση, προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία.

Η γραμμή του Λευκού Οίκου δείχνει μια διπλή στρατηγική. Από την μία, η Ουάσινγκτον δεν εγκαταλείπει το διπλωματικό κανάλι, αλλά ταυτόχρονα επιμένει στη στρατιωτική και πολιτική πίεση προς την Τεχεράνη.

Πρόκειται για μια τακτική υψηλού ρίσκου, καθώς μπορεί να οδηγήσει είτε σε συμφωνία υπό πίεση είτε σε πλήρη κατάρρευση των διαπραγματεύσεων, αν η άλλη πλευρά θεωρήσει ότι οι συνομιλίες χρησιμοποιούνται ως κάλυψη για συνεχιζόμενα πλήγματα.

Η Τεχεράνη κατηγορεί τις ΗΠΑ για υπονόμευση της διπλωματίας

Από την πλευρά του, το υπουργείο Εξωτερικών του Ιράν κατηγόρησε τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι βλάπτουν τη διεθνή διπλωματική προσπάθεια για τον τερματισμό του πολέμου, μετά τα νέα αμερικανικά πλήγματα σε στόχους στο νότιο Ιράν.

Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπακάεϊ, δήλωσε ότι οι ΗΠΑ υπονομεύουν τη διαδικασία μέσω «αντιφατικών μηνυμάτων», «επαναλαμβανόμενων μεταβολών θέσεων και απαιτήσεων» και, κυρίως, μέσω «επαναλαμβανόμενων παραβιάσεων της κατάπαυσης του πυρός».

Η ιρανική θέση είναι ότι καμία διπλωματική διαδικασία δεν μπορεί να προχωρήσει ουσιαστικά όταν συνοδεύεται από χρήση βίας. Με αυτή τη ρητορική, η Τεχεράνη επιχειρεί να μεταφέρει την ευθύνη της κλιμάκωσης στην Ουάσινγκτον, παρουσιάζοντας τις αμερικανικές ενέργειες ως παράγοντα αποσταθεροποίησης και όχι ως αμυντική απάντηση.

Παγκόσμιο οικονομικό πρόβλημα η ενεργειακή κρίση

Πέρα από το στρατιωτικό και διπλωματικό επίπεδο, ο πόλεμος ΗΠΑ – Ιράν έχει αρχίσει να αλλάζει αισθητά τις ισορροπίες στην παγκόσμια οικονομία. Με τη σύγκρουση να έχει ξεπεράσει πλέον τις 100 ημέρες, οι επιπτώσεις στην αγορά της ενέργειας είναι όλο και πιο έντονη.

Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών Ενέργειας, η παγκόσμια κατανάλωση πετρελαίου αναμένεται να μειωθεί φέτος κατά 1,1 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, πριν ανακάμψει την επόμενη χρονιά. Οι υψηλές τιμές των καυσίμων, η μειωμένη διαθεσιμότητα και οι κυβερνητικές παρεμβάσεις έχουν περιορίσει τη ζήτηση, δημιουργώντας ένα ασυνήθιστο μείγμα ενεργειακής πίεσης και οικονομικής επιβράδυνσης.

Την ίδια στιγμή, η αμερικανική παραγωγή πετρελαίου αναμένεται να αυξηθεί. Η EIA εκτιμά ότι η παραγωγή των ΗΠΑ θα κινηθεί από τα 13,7 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως φέτος σε σχεδόν 14,2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως την επόμενη χρονιά. Η αύξηση αυτή δείχνει ότι οι υψηλότερες τιμές οδηγούν σε παραγωγική αντίδραση, χωρίς όμως να αρκούν για να εξουδετερώσουν πλήρως τις πιέσεις στις διεθνείς αγορές.

Η κρίση ενισχύει και τη συζήτηση για την καθαρή ενέργεια

Η ενεργειακή κρίση δεν περιορίζεται στο πετρέλαιο. Στις ενδιάμεσες συνομιλίες του ΟΗΕ για το κλίμα στη Βόννη, αξιωματούχοι αξιοποιούν την κρίση ως επιχείρημα υπέρ πιο επιθετικών πολιτικών καθαρής ενέργειας.

Η Τουρκία παρουσίασε, στο πλαίσιο της ετήσιας συνόδου COP31, σειρά πρωτοβουλιών για την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται ο στόχος ο ηλεκτρισμός να καλύπτει το 35% της συνολικής παγκόσμιας ενεργειακής ζήτησης έως το 2035.

Ο επικεφαλής του ΟΗΕ για το Κλίμα, Σάιμον Στιλ, συνέδεσε ευθέως τη σημερινή κρίση κόστους στα ορυκτά καύσιμα με την ανάγκη ταχύτερης στροφής σε καθαρότερες μορφές ενέργειας, επισημαίνοντας ότι οι αναταράξεις στις αγορές αναδεικνύουν με επώδυνο τρόπο την ανάγκη για αλλαγή ενεργειακού μοντέλου.

Ωστόσο, η μετάβαση δεν είναι γραμμική. Αντίθετα, σε ορισμένες περιοχές η κρίση οδηγεί προσωρινά σε μεγαλύτερη χρήση άνθρακα. Ανάλυση της Rystad Energy δείχνει σημαντική βραχυπρόθεσμη αύξηση της χρήσης άνθρακα για ηλεκτροπαραγωγή στην περιοχή Ασίας – Ειρηνικού, κυρίως λόγω διαταραχών στον τομέα του υγροποιημένου φυσικού αερίου του Κατάρ και των υψηλότερων τιμών του καυσίμου.

Έτσι, ο πόλεμος παράγει δύο αντίρροπες τάσεις. Βραχυπρόθεσμα ενισχύει την επιστροφή σε πιο ρυπογόνες λύσεις, όπως ο άνθρακας. Μεσοπρόθεσμα, όμως, ενισχύει το επιχείρημα υπέρ των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, της αποθήκευσης και της ενεργειακής αυτάρκειας.

Στο υψηλότερο επίπεδο τριετίας ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ

Οι επιπτώσεις του πολέμου είναι πλέον ορατές και στην αμερικανική οικονομία. Ο πληθωρισμός στις Ηνωμένες Πολιτείες σκαρφάλωσε τον Μάιο στο 4,2% σε ετήσια βάση, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών, καθώς οι υψηλές τιμές της ενέργειας συνεχίζουν να πιέζουν τα νοικοκυριά.

Πρόκειται για την τρίτη συνεχόμενη μηνιαία αύξηση από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν. Τον Φεβρουάριο, πριν από την έναρξη της σύγκρουσης, ο πληθωρισμός βρισκόταν στο 2,4%. Τον Μάρτιο αυξήθηκε στο 3,3%, τον Απρίλιο στο 3,8% και τον Μάιο έφτασε στο 4,2%.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Γραφείου Στατιστικών Εργασίας, οι τιμές της ενέργειας αποτέλεσαν για ακόμη μία φορά τον βασικό παράγοντα που οδήγησε υψηλότερα τον δείκτη τιμών καταναλωτή, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 60% των συνολικών μηνιαίων αυξήσεων.

Αν και οι τιμές στα πρατήρια καυσίμων εμφανίζονται ελαφρώς χαμηλότερες σε σχέση με πριν από έναν μήνα, παραμένουν περίπου 1 δολάριο ανά γαλόνι υψηλότερες σε σύγκριση με έναν χρόνο πριν. Αυξήσεις καταγράφηκαν επίσης σε βασικές καθημερινές δαπάνες, όπως τα τρόφιμα και η ένδυση.

Ο βασικός δείκτης τιμών καταναλωτή, ο οποίος δεν περιλαμβάνει τις ευμετάβλητες τιμές της ενέργειας και των τροφίμων, αυξήθηκε κατά 2,9%, δείχνοντας ότι οι πιέσεις δεν περιορίζονται μόνο στα καύσιμα, αλλά αρχίζουν να περνούν και σε ευρύτερες κατηγορίες της οικονομίας.



Πηγή

Tελευταία Nέα