Ίσως ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα που καλούμαστε να κάνουμε στη ζωή μας είναι οι φίλοι. Ακόμα και το ρήμα που χρησιμοποιούμε για να ρωτήσουμε ένα παιδί αν κατάφερε να συνδεθεί με άλλους είναι ιδιαίτερο: «Έκανες φίλους;», λες και οι φίλοι είναι κάτι χειροποίητο, που κατασκευάζουμε, που φτιάχνουμε μόνοι μας. Τους έκανες; Στην αρχή πειραματιζόμαστε με τα υλικά, δεχόμαστε ως υπαρκτά αυτά που έχουμε γύρω μας. Με τα χρόνια κατανοούμε ότι ίσως υπάρχουν κι άλλα υλικά να ανακαλύψουμε, που ακόμα δεν τα έχουμε γνωρίσει, και ότι ίσως δεν χρειάζεται να συμβιβαζόμαστε με σχέσεις που δεν μας καλύπτουν υπό τον φόβο μη μείνουμε μόνοι μας.
Αμέτρητοι γονείς ζουν με αυτή την ανησυχία: «Θα κάνει φίλους το παιδί μου;» Ή: «Δεν εκτιμώ τους φίλους του, αλλά δεν θέλω να το βλέπω μόνο του, στενοχωριέμαι, ας έχει έστω αυτούς». Τρέμουμε την απουσία φίλων, μην τυχόν και αποκαλύψει ότι κάτι δεν πάει καλά μ’ εμάς. Τις περισσότερες φορές όμως δείχνει ότι κάποια κομμάτια καλώς δεν συνδέονται, γιατί προέρχονται από άλλες κατασκευές. Σαν κομμάτια από παζλ που βλέπουμε ολοκάθαρα ότι δεν κουμπώνουν το ένα δίπλα στο άλλο, αλλά επιλέγουμε να συνθλίψουμε τις εγκοπές τους για να ταιριάξουν.
Advertisment
Στην αρχή οι φίλοι θα είναι τα παιδιά των φίλων ή των συγγενών μας ή τα παιδιά που συναντάμε στην παιδική χαρά. Δεν είναι φίλοι όμως. Είναι η εξάσκησή μας – στις κοινωνικές σχέσεις, στο μοίρασμα, στο παιχνίδι. Προετοιμάζουμε το παιδί να εξερευνήσει τον εαυτό του μέσα από τα μάτια των άλλων. Είμαι καλός φίλος γιατί μαθαίνω να μιλάω ευγενικά, να παίζω τα παιχνίδια που θέλουν οι άλλοι και να μοιράζομαι τα δικά μου. Κι ύστερα η παρέα με άλλα παιδιά θα μου είναι απαραίτητη. Γιατί δίπλα τους νιώθω καλά μ’ εμένα. Νιώθω χρήσιμος, ότι ταιριάζω, ότι με ακούν, δραστηριοποιούμαι και ανακαλύπτουμε τον κόσμο μαζί.
Οι φίλοι θα γίνουν συμμαθητές και χρόνο με τον χρόνο δεν θα τους «κάνω», θα με «κάνουν κι αυτοί», ο ένας θα διαμορφώνει τον άλλον και θα ψάχνουμε μια ισορροπία ανάμεσα στο υποχωρώ, στο μοιράζομαι, στο συμβιβάζομαι και στο διασκεδάζω, στο εκμυστηρεύομαι και στο αγκαλιάζω. Δύσκολη αυτή η ισορροπία. Γιατί είναι πολύ εύκολο να περάσεις για φιλίες σχέσεις άνισες, σχέσεις εξάρτησης, εγωκεντρικές ή εξουσιαστικές. Είναι δύσκολο να κατανοήσεις ότι η φιλία θέλει θαυμασμό για τον άλλον και ενσυναίσθηση, θέλει αμοιβαιότητα και εμπιστοσύνη.
Η διακοπή μιας φιλίας είναι δείγμα ότι η ισορροπία απέτυχε ή δεν έχει άλλο λόγο να υπάρξει. Είναι όμως και απομάκρυνση των ανθρώπων, των συναισθημάτων ή εξάλειψη των λόγων που τους έφεραν κοντά εξαρχής. Κι είναι κάτι που πονάει. Αλλά και κάτι που θέλει εξήγηση. Όπως ρωτάμε «έκανες φίλους;», χρειάζεται να διερευνήσουμε το «γιατί δεν είστε πια φίλοι». Το να εξηγήσεις θα βοηθήσει να κατανοήσεις τις επόμενες σχέσεις, να μην επαναλάβεις λάθη ή να μη φερθείς επιπόλαια ή να επενδύσεις σωστά. Το τέλος μιας φιλίας είναι ένα πένθος που δεν παίρνουμε τον χρόνο να σκεφτούμε. Ένα παιδί δύσκολα θα κατανοήσει τι πήγε λάθος. Θα σκεφτεί συνήθως ότι αδικήθηκε. Έχει όμως πολύ δρόμο να διανύσει για να δει ότι οι σχέσεις είναι αμφίδρομες και στο τέλος τους.
Advertisment
Στο κεφάλαιο αυτό θα δούμε μια φιλία που διακόπηκε με τον πιο βίαιο τρόπο, μια άλλη που δεν ήταν ποτέ ισότιμη, ενώ η Φρόσω θα μας μεταφέρει στο θεραπευτικό δωμάτιο και στην ψυχή ενός κοριτσιού που ένιωθε πάντα αδικημένο, αλλά και ενός αγοριού που οι γονείς του αποφάσιζαν για τις φιλίες του. Ίσως στο τέλος του κεφαλαίου συνειδητοποιήσουμε όλοι μαζί ότι οι σχέσεις θέλουν χέρια ενωμένα, ματιές καθαρές και καρδιά έτοιμη να μοιραστεί. Είναι χειροποίητες και περιμένουν να τις πλάσουμε.
Μάριος
ΙΣΤΟΡΙΑ 1Η – ΜΑΡΙΟΣ
Από άλλους δρόμους
Ποτέ δεν ξέρεις αν κάνεις το σωστό για ένα παιδί, είτε είσαι ο γονιός του, είτε δάσκαλος είτε βρίσκεσαι στο περιβάλλον του. Η ανάγκη σου να το βλέπεις χαρούμενο σε εμποδίζει πολλές φορές να σκεφτείς καθαρά. Μα καλά, θα μου πεις, υπάρχει άνθρωπος που δεν θέλει να βλέπει το παιδί του χαρούμενο; Όχι, αλλά υπάρχουν αρκετοί που θέλουν να βλέπουν το παιδί τους μόνο χαρούμενο. Κι αυτό είναι κάτι ανέφικτο, γιατί η ζωή είναι γεμάτη ματαιώσεις και στιγμές που πονούν κι αυτό δεν περνάει από το χέρι μας. Όσο και να προσπαθούμε, αυτό δεν θα μπορέσουμε να το ελέγξουμε. Και οι φιλίες το έχουν αυτό. Δεν μας προσφέρουν μονάχα χαρές. Κάποιες φορές ο πόνος, ο θυμός, η οργή που μας προσφέρουν ταρακουνούν τον κόσμο μέσα μας. Κάποιες φορές χωρίς να φταίει κανείς από τους δύο. Η Μαργαρίτα ήταν ένα κορίτσι στα έξι του χρόνια όταν τη γνώρισα. Πήγαινε στην Α´ Δημοτικού και θα έλεγες ότι ζούσε μια φυσιολογική παιδική ηλικία, που σήμαινε ότι ο κόσμος της μοιραζόταν ανάμεσα στους γονείς και στα αδέρφια της, στα μαθήματα του σχολείου της και στους φίλους της. Κι ήταν τυχερή. Είχε καλούς φίλους, όχι πολλούς, αλλά με δυο τρία παιδιά έκανε εξαιρετική παρέα. Σε αυτή την ηλικία το να έχεις φίλους είναι απλώς κάτι παραπάνω από μια αίσθηση ότι σε συμπαθούν οι γύρω σου. Σου μιλούν στον ενικό, σου ζητούν να παίξεις μαζί τους στο διάλειμμα ή σε συναντούν τα απογεύματα στην παιδική χαρά και τρέχουν όλο χαρά πάνω σου. Η Μαργαρίτα είχε σίγουρα τέτοιους φίλους, δυο τρία παιδιά που τα γνώρισε από το προνήπιο ακόμα και οι γονείς τους βοήθησαν να αποκτήσουν εξοικείωση μεταξύ τους. Ανάμεσά τους και η Δάφνη, η καλύτερή της φίλη!
Η «καλύτερη φίλη» είναι ένας τίτλος τιμής που δεν ξέρεις πόσο θα κρατήσει. Πολλές φορές αλλάζει μέσα στα χρόνια, ειδικά στα πρώτα έξι ως οκτώ χρόνια που ένα παιδί κοινωνικοποιείται, ακριβώς γιατί βασίζεται σε εγωκεντρικά κριτήρια.
«Φίλος είναι αυτός που μου δίνει την περισσότερη σημασία» και όχι απαραίτητα «που του δίνω εγώ». Χρειάζεται χρόνος και δουλειά για να κατανοήσει ένα παιδί ότι οι σχέσεις θέλουν αμοιβαιότητα και ισορροπία, αλλιώς έχουν κοντά ποδάρια.
Η Μαργαρίτα όμως ένιωθε πολύ δεμένη με τη Δάφνη, τουλάχιστον αυτό έβλεπαν κι οι γονείς τους. Έπαιζαν μαζί, βλέπονταν συνέχεια, η μία αποζητούσε την άλλη. Και αυτό, όσο να πεις, δίνει μια ανάσα στους γονείς. Γιατί κι οι ίδιοι ξέρουν ότι, όσο κοντά και να είναι στο παιδί τους, είναι γονείς του και όχι φίλοι. Καλύπτουν άλλες ανάγκες του παιδιού και θέλουν να το βλέπουν κοινωνικό για να νιώθουν ότι καλύπτει άλλες ανάγκες με συνομηλίκους του.
Σε αυτό το σημείο να προσθέσω ότι ούτε η Μαργαρίτα ούτε η Δάφνη ήταν μαθήτριές μου. Και οι δύο όμως ήταν μαθήτριες μια φίλης και συναδέλφου μου και τις γνώρισα μέσα από τα μάτια της, αλλά και μέσα από τα δικά μου. Δυο κορίτσια που χαιρόσουν να βλέπεις ή που δεν περίμενες ότι κάτι στραβό θα μπορούσε να χαλάσει τις σχέσεις τους. Όμως έγινε. Κάτι αναπάντεχα τραγικό. Η Δάφνη αρρώστησε. Όχι κάτι σοβαρό, ένα απλό κρύωμα, στην αρχή τουλάχιστον.
Έλειψε από το σχολείο μια μέρα, κι ύστερα μια δεύτερη και μια τρίτη. «Μου λείπει η φίλη μου», έλεγε η Μαργαρίτα στη δασκάλα της αλλά και στη μαμά της. «Θα έρθει πίσω σύντομα», της απαντούσαν. «Όλα τα παιδάκια αρρωσταίνουν πού και πού. Κάνε υπομονή και θα τη δεις πάλι πίσω». «Εγώ όταν αρρωσταίνω δεν λείπω τόσο από το σχολείο», έλεγε η Μαργαρίτα. «Έτυχε», της απαντούσαν, «γι’ αυτό όταν επιστρέψει θα την κάνεις ακόμα μεγαλύτερη αγκαλιά, να της δείξεις πόσο σου έλειψε». Η Μαργαρίτα δεν είχε επιλογή, περίμενε να επιστρέψει η φίλη της.
Η φίλη της επέστρεψε, λίγες μέρες μετά, εμφανώς καταπονημένη και ζαλισμένη από την απουσία και την ταλαιπωρία του κρυώματος. Η Μαργαρίτα όμως χάρηκε, παρόλο που δεν ήταν όπως πριν. Η μαμά της Δάφνης έδωσε οδηγίες στη δασκάλα να την προσέχει λίγο παραπάνω τις επόμενες ημέρες, να μην κάνει γυμναστική, να μην τρέχει στα διαλείμματα, να ντύνεται καλά και να αποφεύγει να κουράζεται. «Ξέρετε, έχει ταλαιπωρηθεί πολύ ο οργανισμός της». «Φυσικά, μείνετε ήσυχη». Η Μαργαρίτα άρχισε να παραξενεύεται. «Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα πια. Ούτε κυνηγητό, ούτε γυμναστική, ούτε παιχνίδια στην αυλή. «Κάνε υπομονή», της έλεγαν όλοι, κι εκείνη έκανε όσο μπορούσε. «Μήπως δεν είμαι πια φίλη της;» ρώτησε ύστερα από μερικές μέρες. Και η αλήθεια είναι ότι το σκεφτόταν από καιρό.
Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο “Μαζί ό,τι κι αν συμβεί“ της Φρόσως Φωτεινάκη και του Μάριου Μάζαρη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα













