Τον Σεπτέμβριο του 1974, η Ελλάδα βρισκόταν σε μία από τις πιο κρίσιμες στιγμές της σύγχρονης Ιστορίας της. Το τραύμα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο ήταν ακόμη νωπό, η χούντα είχε μόλις καταρρεύσει, μια ένοπλη αναμέτρηση με την Τουρκία δεν μπορούσε να αποκλειστεί και η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή επιχειρούσε να επαναφέρει τη χώρα σε δημοκρατική ομαλότητα μέσα σε ένα ασταθές εσωτερικό και διεθνές περιβάλλον. Στην Ουάσιγκτον, οι εξελίξεις αυτές παρακολουθούνταν με ανησυχία. Μια αναφορά της CIA, με ημερομηνία 4 Σεπτεμβρίου 1974, προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει όχι μόνο τη νέα ελληνική πραγματικότητα, αλλά και κάτι ευρύτερο: τον ρόλο που επιδίωκε να διαδραματίσει η Γαλλία σε αυτήν τη συγκυρία.
Από την εποχή Ντε Γκωλ
Το έγγραφο, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «France – A Competitive Partner» («Γαλλία – Eνας ανταγωνιστικός εταίρος»), αποτυπώνει μια βασική ανησυχία της αμερικανικής πλευράς: ότι η Γαλλία δεν λειτουργούσε ως πιστός σύμμαχος, αλλά ως ένας ιδιότυπος ανταγωνιστής εντός του δυτικού κόσμου. Η εκτίμηση αυτή δεν ήταν καινούργια. Ηδη από την εποχή της προεδρίας του Σαρλ Ντε Γκωλ, η γαλλική εξωτερική πολιτική είχε αποκτήσει έντονα στοιχεία στρατηγικής αυτονομίας, συχνά σε αντιπαράθεση με τις αμερικανικές επιλογές.

Η αποχώρηση της Γαλλίας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ το 1966 είχε εμπράκτως επιβεβαιώσει την επιδείνωση των σχέσεων ανάμεσα στο Παρίσι και στην Ουάσιγκτον. Η προεδρία του Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν εμφανιζόταν, στα μάτια των Αμερικανών αναλυτών, πιο πραγματιστική και λιγότερο συγκρουσιακή. Ωστόσο, η βασική επιδίωξη του Παρισιού παρέμενε, στα μάτια των Αμερικανών, η ίδια: η προώθηση των γαλλικών συμφερόντων ακόμη και όταν αυτά διαφοροποιούνταν από εκείνα της Ουάσιγκτον.
Η Ελλάδα αποτέλεσε, στη συγκυρία του δεύτερου μισού του 1974, ένα κατεξοχήν πεδίο εφαρμογής αυτής της πολιτικής. Οπως προκύπτει από την αναφορά, το Παρίσι κινήθηκε ταχύτατα για να ενισχύσει τις σχέσεις του με τη νέα ελληνική κυβέρνηση. Σε συνάντηση που είχε στα μέσα Αυγούστου με τον προσωπικό απεσταλμένο του Καραμανλή, πρέσβη Στέφανο Σταθάτο, ο Γάλλος πρόεδρος δεσμεύθηκε να υποκαταστήσει πλήρως την αμερικανική παρουσία στην Ελλάδα, όχι μόνο σε πολιτικό αλλά και σε στρατηγικό επίπεδο.
Η αποχώρηση από το ΝΑΤΟ – H αναφορά αποφεύγει μια απλοϊκή ερμηνεία για την αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Δεν υπάρχουν ενδείξεις, τονίζεται, ότι η Γαλλία την ενθάρρυνε ενεργά ή ότι επιδίωξε να υπονομεύσει τη συνοχή της Συμμαχίας.
Παράλληλα, υποστήριξε ενεργά την ελληνική υπόθεση στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, προωθώντας την ιδέα άσκησης οικονομικών πιέσεων προς την Τουρκία και ενίσχυσης των δεσμών της Ελλάδας με τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (ικανοποιώντας, έτσι, προκαταβολικά ένα αίτημα που στη συνέχεια θα ετίθετο μετ’ επιτάσεως από τον Καραμανλή).
Η στάση αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη από την αμερικανική πλευρά. Η CIA σημείωνε ότι η γαλλική κινητικότητα θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως εκμετάλλευση του έντονου αντιαμερικανικού κλίματος που είχε διαμορφωθεί στην Ελλάδα μετά την κυπριακή κρίση. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ανακοινώθηκε από τον Καραμανλή, την ίδια κιόλας ημέρα της εκδήλωσης της δεύτερης φάσης της τουρκικής εισβολής (14 Αυγούστου), η αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η αναφορά αποφεύγει μια απλοϊκή ερμηνεία. Δεν υπάρχουν ενδείξεις, τονίζεται, ότι η Γαλλία ενθάρρυνε ενεργά την ελληνική αποχώρηση ή ότι επιδίωξε να υπονομεύσει τη συνοχή της Δυτικής Συμμαχίας. Αντιθέτως, η γαλλική πολιτική εμφανίζεται να τηρεί μια λεπτή ισορροπία: από τη μια αξιοποιεί τις ευκαιρίες που δημιουργεί η αμερικανική δυσχέρεια, αλλά από την άλλη εφαρμόζει τη στρατηγική της εντός του ευρύτερου δυτικού πλαισίου.
Δυτική εναλλακτική
Η ισορροπία αυτή συνδέεται με ένα βαθύτερο αμερικανικό φόβο που διαπερνά την ανάλυση: τον κίνδυνο διολίσθησης της Ελλάδας σε έναν ουδετερόφιλο διεθνή προσανατολισμό. Η ρευστότητα της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου (η χούντα παρέμενε ζωντανή στις Ενοπλες Δυνάμεις και κανείς δεν μπορούσε να αποκλείσει την προσπάθεια αμετανόητων οπαδών του στρατιωτικού καθεστώτος –και ειδικότερα της ιωαννιδικής εκδοχής του– να επιχειρήσουν την εκ νέου υφαρπαγή της εξουσίας), σε συνδυασμό με την ενίσχυση της Αριστεράς και τα αντιαμερικανικά αντανακλαστικά της ελληνικής κοινής γνώμης, δημιουργούσε μια βαθιά ανησυχία στους Αμερικανούς αναλυτές αναφορικά με το κατά πόσον η Ελλάδα θα εξακολουθούσε να διατηρεί οργανικούς δεσμούς με τη Δύση ή εάν, αντιθέτως, θα απομακρυνόταν από αυτήν. Σε αυτό το πλαίσιο, η γαλλική ενεργοποίηση αποκτά μια διαφορετική διάσταση. Δεν πρόκειται απλώς για ανταγωνισμό με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και για μια προσπάθεια διατήρησης της Ελλάδας εντός του δυτικού στρατοπέδου – έστω και μέσω μιας πιο «ευρωπαϊκής» διαμεσολάβησης.
Σφήνα σε δύο υπερδυνάμεις – Το ελληνικό ζήτημα εντάσσεται σε ένα ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο. Η αναφορά της CIA περιγράφει μια Γαλλία που επιδιώκει να τοποθετηθεί ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις, διατηρώντας αυτόνομο ρόλο στο διεθνές σύστημα.
Από την αναφορά της CIA προκύπτει επίσης ότι οι Αμερικανοί αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία και στη στρατιωτική διάσταση των γαλλικών πρωτοβουλιών. Η Γαλλία εμφανίζεται ως ο ευρωπαϊκός εταίρος που διαθέτει τόσο τη βιομηχανική ικανότητα όσο και την πολιτική βούληση να αναλάβει τον ρόλο βασικού προμηθευτή οπλικών συστημάτων για την Ελλάδα. Η προοπτική αυτή συνδέεται άμεσα με την απομάκρυνση της Αθήνας από τη στρατιωτική δομή του ΝΑΤΟ, η οποία δημιουργεί ένα νέο πεδίο συνεργασίας. Η γαλλική αμυντική βιομηχανία, ήδη από τη δεκαετία του 1970, επιδίωκε ενεργά την επέκτασή της και η ελληνική περίπτωση προσέφερε μια σημαντική ευκαιρία. Εξάλλου, παραγγελίες γαλλικών οπλικών συστημάτων (όπως άρματα μάχης, πυραυλάκατοι, κατευθυνόμενα βλήματα επιφανείας-επιφανείας) είχαν πραγματοποιηθεί από ελληνικής πλευράς και στα χρόνια της δικτατορίας των συνταγματαρχών και, επομένως, λογικό ήταν να αναμένεται ότι η ελληνογαλλική συνεργασία σε αυτόν τον τομέα θα ενισχυόταν ακόμη περισσότερο μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα.

Το ελληνικό ζήτημα εντάσσεται, έτσι, σε ένα ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο. Η αναφορά της CIA περιγράφει μια Γαλλία που επιδιώκει να τοποθετηθεί ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις, διατηρώντας αυτόνομο ρόλο στο διεθνές σύστημα. Η στάση αυτή εκφράζεται τόσο μέσα από τις επαναλαμβανόμενες διαφωνίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες ως προς τη φύση της ευρωπαϊκής ενοποίησης, όσο και μέσα από την επιμονή του Παρισιού να ενισχύσει την ευρωπαϊκή φωνή σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας.
Διαχρονική στρατηγική
Η Ευρώπη, κατά τη γαλλική αντίληψη, δεν θα έπρεπε να λειτουργεί ως απλό συμπλήρωμα της αμερικανικής ισχύος, αλλά ως αυτόνομος δρων. Με την ανάληψη της προεδρίας από τον Ντ’ Εστέν, οι Αμερικανοί διαπίστωσαν ότι η γαλλική πολιτική απέκτησε έναν πιο συναινετικό τόνο απέναντι στην Ουάσιγκτον. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η αναφορά, η μεταβολή αυτή αφορά περισσότερο το ύφος, παρά την ουσία. Ο ανταγωνισμός παραμένει, έστω και σε πιο ήπιες μορφές. Η Γαλλία συνεχίζει να προωθεί τις δικές της προτεραιότητες, να ενισχύει τη θέση της στην Ευρώπη και να αξιοποιεί κάθε περιφερειακή κρίση ως ευκαιρία για την ενίσχυση της επιρροής της.
Η ανάγνωση της αναφοράς σήμερα έχει ξεχωριστή σημασία. Αυτό που περιγράφεται δεν είναι απλώς μια συγκυριακή γαλλική πρωτοβουλία, αλλά η πρώιμη εκδήλωση της στρατηγικής που είχε θεμελιωθεί νωρίτερα και που θα επανεμφανιστεί, με διαφορετικούς όρους, δεκαετίες αργότερα. Η επιδίωξη της Γαλλίας να λειτουργήσει ως πυλώνας ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας –ιδίως σε περιοχές όπου η αμερικανική παρουσία αμφισβητείται, φθίνει ή αναπροσαρμόζεται– αποτελεί μια σταθερά της εξωτερικής της πολιτικής.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι ελληνογαλλικές σχέσεις των τελευταίων ετών αποκτούν ένα βαθύτερο ιστορικό υπόβαθρο. Η ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας, η σύγκλιση ως προς την αντιμετώπιση των προκλήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο και η κοινή έμφαση στην ευρωπαϊκή διάσταση της ασφάλειας δεν αποτελούν απλώς προϊόντα της τρέχουσας συγκυρίας. Αντιθέτως, μπορούν να ιδωθούν ως συνέχεια μιας διαδρομής που ξεκινάει ήδη από τη δεκαετία του 1970, όταν η Ελλάδα, απογοητευμένη από τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, αναζητούσε εναλλακτικά στηρίγματα στη Δυτική Ευρώπη.
Η αναφορά της CIA φωτίζει, με τον δικό της τρόπο, αυτή τη μεταβατική στιγμή. Καταγράφει την αβεβαιότητα της εποχής, τους φόβους για την πορεία της Ελλάδας και τις επιδιώξεις των μεγάλων δυνάμεων. Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύει και κάτι διαχρονικό: ότι οι σχέσεις μεταξύ κρατών δεν διαμορφώνονται μόνο μέσα από συμμαχικούς συνασπισμούς, αλλά ενίοτε και μέσα από ανταγωνισμούς εντός αυτών των συμμαχιών.
Σε τελική ανάλυση, η εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων των κρατών είναι εκείνη που, πάνω απ’ όλα, προσδιορίζει τις μείζονος σημασίας επιλογές τους. Αυτή είναι η βαθύτερη ουσία της ελληνογαλλικής στρατηγικής σχέσης, η οποία έχει αναπτυχθεί πολύ περισσότερο ως αποτέλεσμα της διμερούς συμφωνίας που υπεγράφη το 2021 και που επιβεβαιώθηκε πριν από λίγες ημέρες με αφορμή την επίσκεψη του προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας Εμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα.
Σήμερα, η Ελλάδα δεν βρίσκεται στο σημείο αδυναμίας που είχε βρεθεί το καλοκαίρι του 1974. Ωστόσο, το βασικό δίλημμα –η αναζήτηση ισορροπίας ανάμεσα σε διαφορετικούς πυλώνες ισχύος– παραμένει επίκαιρο. Σε έναν κόσμο όπου οι διεθνείς ισορροπίες μεταβάλλονται εκ νέου, που οι κανόνες αμφισβητούνται ανοιχτά και οι αναθεωρητικές τάσεις εκδηλώνονται απροκάλυπτα, η ιστορική εμπειρία υπενθυμίζει ότι οι επιλογές εξωτερικής πολιτικής δεν είναι ποτέ μονοδιάστατες. Και ότι, συχνά, οι πιο σημαντικές στρατηγικές εξελίξεις ξεκινούν σε περιόδους κρίσης, όταν τα δεδομένα φαίνονται πιο ρευστά από ποτέ.
*Ο κ. Αντώνης Κλάψης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Το βιβλίο του «Eνας κόσμος χωρίς κανόνες; Το διεθνές σύστημα στη συγκυρία της απορρύθμισης» θα κυκλοφορήσει στις 19/5 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.



