Ο όρος «κουτσή πάπια» (lame duck) αποδίδει μεταφορικά τον ηγέτη που κατέχει τυπικά την εξουσία αλλά έχει χάσει την ικανότητα να πείθει και να παράγει αποτελέσματα. Αν, όμως, η ανάλυση μας σταματήσει στα πρόσωπα, τότε χάνεται το ουσιαστικό ζήτημα: η σημερινή κρίση ηγεσίας δεν είναι μια κρίση προσώπων, αλλά μια κρίση εμπιστοσύνης και ανεκπλήρωτων υποσχέσεων.
Η Βρετανία είναι ίσως το πιο ορατό εργαστήριο αυτής της φθοράς. Μια χώρα που για δεκαετίες προβαλλόταν ως υπόδειγμα θεσμικής σταθερότητας έχει αλλάξει έξι πρωθυπουργούς από το δημοψήφισμα του Brexit το 2016 έως σήμερα. Η δημοσκοπική κατάρρευση του Στάρμερ θα προσθέσει σύντομα και έβδομο όνομα στον κατάλογο, σε αυτό που διάφοροι αναλυτές περιγράφουν ως τη βαθύτερη κρίση των Εργατικών από το 1931. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η κρίση δεν έκλεισε με την εναλλαγή στην εξουσία. Αντίθετα, η νωπή λαϊκή εντολή που έλαβε ο Στάρμερ συνυπάρχει με μια διαρκή δυσπιστία απέναντι στην υπόσχεση πως ανάπτυξη, σταθερότητα και καθημερινότητα μπορούν ακόμη να συμπορευτούν.
Σε αυτό το έδαφος ευδοκιμεί η άνοδος του Reform UK, που πλέον υπερβαίνει το παλιό προφίλ του Brexit Party. Δεν απευθύνεται μόνο στους παραδοσιακά δυσαρεστημένους, αλλά ελκύει πρώην Συντηρητικούς και πρώην Εργατικούς, συνταξιούχους, εργατικά στρώματα και εύπορους ψηφοφόρους της νότιας Αγγλίας. Η συνοχή του δεν είναι τόσο ιδεολογική όσο συναισθηματική. Προκύπτει από την απογοήτευση, τη δυσπιστία και μια αίσθηση αποξένωσης που δεν αφορά μόνο τους μισθούς, αλλά ζητήματα θρησκείας, εθνικής ταυτότητας και περιφρόνησης από τις ελίτ.
Αυτό ακριβώς κάνει το φαινόμενο πολιτικά ισχυρό, καθώς δεν χρειάζεται μια ενιαία ιδεολογία για να συγκροτηθεί, αλλά μια κοινή συναισθηματική γλώσσα μέσα από την οποία διαφορετικά κοινωνικά στρώματα αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως αγνοημένο, παρεξηγημένο ή περιφρονημένο. Ο θυμός δεν έχει πάντα την ίδια αφετηρία, όμως συναντιέται στην αίσθηση ότι ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας έμεινε για χρόνια εκτός ακρόασης.
Εδώ η έννοια της «σιωπηλής πλειοψηφίας» βοηθά να δούμε όχι μόνο ποιοι μιλούν πολιτικά, αλλά και ποιοι σωπαίνουν. Στον πολιτικό λόγο η «σιωπηλή πλειοψηφία» χρησιμοποιείται συχνά ως εύκολη νομιμοποίηση: όσοι δεν φωνάζουν, δήθεν συμφωνούν. Όμως η σιωπή δεν είναι πάντα συναίνεση. Μπορεί να είναι κόπωση, φόβος, κυνισμός, απογοήτευση ή αίσθηση ότι κανείς δεν ακούει.
Όπως έδειξε στο παρελθόν ο Αμερικανός οικονομολόγος Άλμπερτ Χίρσμαν με τη διάκριση ανάμεσα σε «voice» και «exit», όταν οι πολίτες δεν ακούγονται, είτε αποσύρονται είτε διαμαρτύρονται και «εκρήγνυνται» απότομα αργότερα. Η Γερμανίδα πολιτική επιστήμονας Ελίζαμπεθ Νοέλ-Νόιμαν έδειξε με την περίφημη θεωρία της «σπείρας της σιωπής» ότι οι άνθρωποι σωπαίνουν όταν θεωρούν την άποψή τους κοινωνικά μειοψηφική.
Σήμερα, οι πλατφόρμες επιταχύνουν αυτόν τον κύκλο σιωπής. Οι αλγόριθμοι δεν αναδεικνύουν αναγκαστικά την πιο αντιπροσωπευτική φωνή, αλλά συχνά την πιο έντονη, θυμωμένη ή συγκρουσιακή. Αποτελεί ψευδαίσθηση, όμως, ότι η πιο θορυβώδης άποψη είναι και η πιο αντιπροσωπευτική.
Η προσέγγιση του νομπελίστα οικονομολόγου Ντάρον Ατζέμογλου θα μπορούσε να είναι χρήσιμη ως τρόπος υπέρβασης ενός αδιεξόδου που δεν είναι μόνο θεσμικό, αλλά βαθιά κοινωνικό. Η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν σώζεται μόνο με θεσμική ρητορεία ή τεχνοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Χρειάζεται νέο κοινωνικό συμβόλαιο με την εργατική και πιεσμένη μεσαία τάξη. Η φιλελεύθερη δημοκρατία νομιμοποιήθηκε ιστορικά όχι μόνο ως αξιακό σύστημα αλλά κυρίως ως μηχανισμός ουσιαστικής θεσμικής και υλικής βελτίωσης (αυξανόμενοι μισθοί, κράτος πρόνοιας, συνδικάτα). Χωρίς αντίστοιχη βελτίωση η κρίση πολιτικής ηγεσίας θα παραμείνει αναπόφευκτη.
Όπως άλλωστε υπογραμμίζει η οικονομολόγος Μαριάνα Ματσουκάτο, χρειάζονται θεσμοί έγκαιρης ακρόασης και παρέμβασης και όχι εκ των υστέρων διαχείριση κρίσεων. Η πολιτική ηγεσία δεν κρίνεται μόνο από τις προεκλογικές υποσχέσεις ή την εργαλειοθήκη πολιτικών που προωθεί, αλλά από την ικανότητα να διαβάζει το κοινωνικό βάθος της σιωπής, προτού αυτή μιλήσει από μόνη της και παρασύρει και τις «κουτσές πάπιες» στο διάβα της.
*Ο κ. Λευτέρης Κρέτσος είναι πρώην υφυπουργός και αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας στην Αθήνα (UNIC Athens).











