Φόρτωση Text-to-Speech…
Ο πιο επιδραστικός δημοσκόπος στην ιστορία των ελληνικών ερευνών κοινής γνώμης, ο αείμνηστος Ηλίας Νικολακόπουλος, όταν πιεζόταν να απαντήσει αν υπάρχουν αξιόπιστες και αναξιόπιστες δημοσκοπήσεις, έλεγε την αλήθεια: «Οπως υπάρχουν καλοί και κακοί άνθρωποι». Στις μέρες μας, η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των δημοσκοπήσεων αποκτά όλο και μεγαλύτερη ένταση μέσα στη δίνη του αντισυστημισμού που παρασύρει όλους τους πυλώνες της πολιτικής/εκλογικής διαδικασίας.
Οι πιο θορυβώδεις αποτυχίες την τελευταία 20ετία ήταν η αδυναμία πρόβλεψης εκτίμησης της σαρωτικής επικράτησης του «Οχι» στο δημοψήφισμα του Ιουλίου 2015, της εύκολης νίκης του ΣΥΡΙΖΑ τον Σεπτέμβριο του 2015 και της τεράστιας διαφοράς Ν.Δ. – ΣΥΡΙΖΑ το 2023, για τις οποίες δόθηκαν σκόρπιες τεχνικές εξηγήσεις.
Η απάντηση που δίνει ο Σύλλογος Εταιρειών Δημοσκόπησης και Ερευνας Αγοράς (ΣΕΔΕΑ) για την πιο πρόσφατη αστοχία είναι μάλλον αμυντική: «Η υπερεκτίμηση του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2023, η οποία, σημειωτέον, διέφερε από εταιρεία σε εταιρεία, οφειλόταν κυρίως στο ότι η αδικαιολόγητη, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, επίθεση που δέχθηκε ο κλάδος των δημοσκοπήσεων εκείνη την περίοδο από τον ΣΥΡΙΖΑ οδήγησε πολλές εταιρείες στην υπόθεση εργασίας ότι οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ δεν συμμετείχαν συνειδητά στις δημοσκοπήσεις και συνεπώς προέβησαν σε ανάλογες σταθμίσεις».
Αλλο γκρίζο σημείο που τροφοδοτεί την καχυποψία αφορά στα οικονομικά των μετρήσεων. Ο ΣΕΔΕΑ δεν δίνει στοιχεία: «Η κοστολόγηση μιας δημοσκόπησης εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως το μέγεθος του δείγματος, η μέθοδος συλλογής πληροφοριών (face-to-face, τηλεφωνική, online κ.λπ.), η διάρκεια του ερωτηματολογίου, η ύπαρξη ή μη ανοιχτών ερωτήσεων, τα χαρακτηριστικά του εξεταζόμενου πληθυσμού, η περιοχή κάλυψης, το απαιτούμενο βάθος ανάλυσης κ.ά.».
Σύμφωνα με διασταυρωμένες πληροφορίες από τρεις πηγές, μια συνήθης δημοσκόπηση σε δείγμα 1.000 ατόμων με ένα μέσο ερωτηματολόγιο κοστίζει περίπου 5.000 ευρώ συν ΦΠΑ. Επειδή δεν είναι ιδιαίτερα ακριβές, οι εταιρείες που έχουν γίνει γνωστές στο ευρύ κοινό για την πρόθεση και την εκτίμηση ψήφου ζουν από εμπορικές έρευνες που δεν απασχολούν τη δημόσια σφαίρα.
Ωστόσο, δημοσκοπήσεις παραγγέλνουν εκτός από κόμματα και ΜΜΕ, υποψήφιοι, επιχειρηματίες, πρεσβείες κ.ο.κ., και στις μετρήσεις που δεν δημοσιοποιούνται ευλόγως μπορεί να υπάρχει μεγάλο βάθος στις οικονομικές διαπραγματεύσεις και συμφωνίες. Οι δύσπιστοι απέναντι στις δημοσκοπήσεις πιστεύουν ότι χρησιμοποιούνται δολίως για τη δημιουργία εντυπώσεων που επηρεάζουν το εκλογικό αποτέλεσμα, παρότι επιστημονικά δεν έχει τεκμηριωθεί κάτι τέτοιο.

Απαξίωση
Ο αν. καθηγητής Εκλογικής Συμπεριφοράς στο ΠΑΜΑΚ Γιάννης Κωνσταντινίδης εκτιμά ότι το ρεύμα της δυσπιστίας είναι πλειοψηφικό: «Η ανάλυση ενός δημοσκόπου σε ειδησεογραφικό σάιτ θα ήταν η τελευταία ανάλυση ειδικού που θα διάβαζε ο μέσος Ελληνας αν μπροστά του είχε αναλύσεις κάθε άλλης ειδικότητας, από διατροφολόγους μέχρι οικονομολόγους. Μόλις ένας στους οκτώ Ελληνες θα επέλεγε την ανάλυση του δημοσκόπου μεταξύ των δύο αναλύσεων που θα προλάβαινε να διαβάσει».
Ποιες είναι οι αιτίες αυτής της βαθιάς απαξίωσης; Κατά τον Γ. Κωνσταντινίδη, «αντανακλά τη γενικότερη δυσπιστία προς τα ΜΜΕ και το πολιτικό σύστημα, με τα οποία και τα δύο οι δημοσκόποι εκ των πραγμάτων συνδέονται. Επηρεάζουν, επίσης, τα παραδείγματα δημοσκόπων που μεταπηδούν στην πολιτική και οι ερμηνείες που συχνά χρωματίζονται, ηθελημένα ή όχι, δημιουργώντας αίσθηση μη επιστημονικής ουδετερότητας». Ο κ. Κωνσταντινίδης αναφέρεται σε «ένδεια ερευνητικών ερωτημάτων και ρηχές αναλύσεις που τελικά εστιάζουν στην πρόβλεψη και όχι στην κατανόηση και σε ανυπαρξία δημόσιου ερευνητικού κέντρου συστηματικής συλλογής και ανάλυσης δεδομένων, το οποίο θα είχε τη δυνατότητα σχεδιασμού και διερεύνησης βαθύτερων ερωτημάτων». Πιστεύει, εξάλλου, ότι «παίζουν ρόλο ο πολύ μεγάλος αριθμός εταιρειών και η πολύ υψηλή συχνότητα διεξαγωγής δημοσκοπήσεων, που δημιουργούν την εντύπωση σκοπιμότητας ή έστω φτηνού ανταγωνισμού μεταξύ εταιρειών και ΜΜΕ και δεν πείθουν για την ανάγκη καταγραφής των τάσεων».
Οι εκλογές του 1984 θεωρούνται καθοριστικές για τη δυναμική παρουσία των δημοσκοπήσεων στην πολιτική ζωή χάρη στην πρόσληψη από τη Ν.Δ. τότε μιας αμερικανικής εταιρείας συμβούλων που έκανε συστημικά ποσοτικές ποιοτικές έρευνες. Το πρώτο exit poll εμφανίστηκε στις ευρωεκλογές του 1994, ενώ τα τελευταία χρόνια δημοσιοποιείται μόνο κοινό exit poll, για προφανείς λόγους.

Η «εκτίμηση ψήφου»
Το πιο ενδιαφέρον debate αφορά την εκτίμηση αποτελέσματος. Από πολλούς θεωρείται τεχνική παραπλανητική, στον βαθμό που δεν περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο έγινε η εκτίμηση. Οπως εξηγεί υπό τον όρο της ανωνυμίας δημοσκόπος, «με το ποσοστό της αδιευκρίνιστης ψήφου να ξεπερνάει το 30%, παρότι δεν εμφανίζεται τόσο υψηλό δημοσίως από τις εταιρείες, η επιλογή που γίνεται στη μεθοδολογία εκτίμησης αποτελέσματος καθίσταται υπερβολικά κομβική. Επίσης, με την καταγραφόμενη βάσει δήλωσης του ερωτωμένου προηγούμενη ψήφο να μην είναι αξιόπιστη και με τις επιλογές ψήφου να είναι τόσο αβέβαιες (15% εκείνων που δηλώνουν πρόθεση ψήφου απαντούν ότι δεν είναι βέβαιοι γι’ αυτό που μόλις δήλωσαν!), οποιαδήποτε εκτίμηση βάσει προηγούμενης ψήφου ή διλημμάτων που καταγράφονται στην ερώτηση πρόθεσης ψήφου καθίσταται δυσχερής».
Ο ΣΕΔΕΑ αντιτείνει ότι «η εκτίμηση ψήφου αποτελεί διεθνή πρακτική ετών. Θεμελιώνεται σε απλές ή σύνθετες στατιστικές τεχνικές και παρέχει πληροφορίες σε ερωτήματα που δεν απαντώνται από την απλή καταγραφή της πρόθεσης ψήφου. Το επιστημονικό επιτελείο κάθε εταιρείας που προβαίνει σε εκτίμηση επιλέγει την τεχνική που θεωρεί ορθότερη, πάντα όμως στηρίζοντάς την σε δόκιμες στατιστικές υποθέσεις εργασίας. Ας σημειωθεί πως σε αρκετές χώρες δημοσιεύεται μόνο η εκτίμηση ψήφου. Σε κάθε περίπτωση, ως προς τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων των ερευνών, οι εταιρείες-μέλη του ΣΕΔΕΑ τηρούν όλα όσα προβλέπονται από τη σχετική νομοθεσία που εξασφαλίζουν την ορθή και εμπεριστατωμένη ενημέρωση των πολιτών».
Ρεύμα δυσπιστίας – Μόλις ένας στους οκτώ Ελληνες θα επέλεγε την ανάλυση του δημοσκόπου μεταξύ των δύο αναλύσεων που θα προλάβαινε να διαβάσει σε ένα σάιτ, λέει ο καθηγητής Εκλογικής Συμπεριφοράς Γιάννης Κωνσταντινίδης, περιγράφοντας το ρεύμα δυσπιστίας έναντι του κλάδου.
Αλλοι ψάχνουν τη ρίζα του κακού στις σταθμίσεις του δείγματος που κατά τον ΣΕΔΕΑ «εξαρτώνται από τα χαρακτηριστικά του εκάστοτε εξεταζόμενου πληθυσμού και γίνονται ώστε να εξασφαλιστεί η πλήρης αντιπροσωπευτικότητα του δείγματος που επιτρέπει τη γενίκευση των ευρημάτων στον γενικό πληθυσμό αναφοράς. Οι κανόνες υπαγορεύονται από την επιστήμη της στατιστικής».

Η εποπτεία
Πρόσφατα ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης χαρακτήρισε ανεπαρκές το θεσμικό πλαίσιο ελέγχου της αξιοπιστίας των δημοσκοπήσεων. Ο ΣΕΔΕΑ διαφωνεί: «Οποιοσδήποτε πολίτης ή φορέας μπορεί, εντός 10 εργασίμων ημερών από την ημέρα που δημοσιοποιήθηκε μια δημοσκόπηση, να ζητήσει τη διενέργεια ελέγχου από την Ελεγκτική Δημοσκοπήσεων» (αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία που συστάθηκε το 2007). Οι έλεγχοι διενεργούνται από επιτροπή ελέγχου που αποτελείται από πανεπιστημιακούς και επιστήμονες με εξειδίκευση στη στατιστική, στις κοινωνικές επιστήμες, στη μεθοδολογία της έρευνας και στην ανάλυση δεδομένων. Σήμερα η Επιτροπή είναι ενδεκαμελής και προεδρεύεται από τον καθηγητή Εφαρμοσμένης Στατιστικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Θεόδωρο Χατζηπαντελή. Σύμφωνα με τον ΣΕΔΕΑ, «η επιτροπή έχει εξετάσει όλα τα αιτήματα ελέγχου που έχουν υποβληθεί μέχρι σήμερα. Οταν διαπιστώνονται παραβάσεις, τα σχετικά πορίσματα διαβιβάζονται στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ), το οποίο είναι το αρμόδιο όργανο για την επιβολή των προβλεπομένων κυρώσεων.
Επιπλέον, οι εταιρείες-μέλη του ΣΕΔΕΑ δεν ελέγχονται μόνο όταν υποβληθεί κάποια καταγγελία. Υπόκεινται σε τακτικούς και συστηματικούς ελέγχους μέσω του συστήματος ΠΕΣΣ (Ποιοτικός Ελεγχος Συλλογής Στοιχείων), το οποίο αποτελεί έναν πρόσθετο μηχανισμό διασφάλισης της ποιότητας και της αξιοπιστίας των ερευνών που διενεργούν».
Το πιο φθαρμένο κλισέ που σώζει τα προσχήματα όταν η κάλπη διαψεύδει τα δημοσκοπικά ευρήματα, περιγράφει τις δημοσκοπήσεις σαν «φωτογραφία της στιγμής». Ενας συνήθης εξυπνακισμός παραπέμπει σε μια φράση που αποδίδεται στον Τσώρτσιλ, χωρίς καμία ιστορική τεκμηρίωση: «Μην πιστεύετε καμία δημοσκόπηση εκτός από αυτήν που έχετε μαγειρέψει οι ίδιοι». Το βέβαιο είναι ότι όσο πολλαπλασιάζονται η ψήφος της τελευταίας στιγμής και οι μετακινήσεις από κόμμα σε κόμμα, τόσο η πολιτική επιστήμη και η εκλογική στατιστική θα χρειάζονται τη συνδρομή της κοινωνικής ψυχολογίας για να βγάλουν άκρη με τα προγνωστικά.
Ούτε για δείγμα…
Υπάρχουν τεχνικά ζητήματα πίσω από τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι δημοσκοπήσεις σήμερα στην Ελλάδα; Από συζητήσεις με insiders προκύπτουν τα εξής:
Αναπάντητες κλήσεις: Κάθετη μείωση χρήσης σταθερών τηλεφώνων, δυσκολίες στην οργάνωση δειγματοληψίας κινητών τηλεφώνων λόγω ανεπαρκών πληροφοριών για τη γεωγραφία των κινητών.
Ανάδυση χρήσης online ερευνών, οι οποίες ευνοούν τη συμμετοχή συγκεκριμένων κατηγοριών πολιτών, ακόμη και όταν χρησιμοποιούνται ποσοστώσεις για την ηλικία (υπάλληλοι γραφείου και όχι πωλητές, μορφωμένοι ηλικιωμένοι και όχι μη μορφωμένοι, φοιτητές και όχι εργαζόμενοι νέοι), και δημιουργούν αόρατες μεροληψίες.
Αμνησία: Αδυναμία χρήσης της προηγούμενης ψήφου ως συντελεστή στάθμισης, λόγω της αποδεδειγμένης αδυναμίας της μνήμης των πολιτών, που πλέον ψηφίζουν πολλά και διαφορετικά κόμματα από τη μια χρονική στιγμή στην άλλη.
Αποχή: Σημαντική υποκαταγραφή της αποχής, καθώς όσοι έχουν αποφασίσει την έξοδο από την πολιτική σφαίρα (μέσω της σχεδιαζόμενης αποχής από τις κάλπες) αυτοαποκλείονται από την έρευνα, αρνούμενοι συμμετοχή. Καθώς η αποχή από την κάλπη είναι πλέον τόσο ογκώδης που επηρεάζει το τελικό αποτέλεσμα, η μη εκπροσώπηση της αποχής στα δημοσκοπικά δείγματα δεν βοηθάει στην εκτίμηση της πρόβλεψης.









