Η επανέναρξη των συνομιλιών μεταξύ Ελλάδας και Λιβύης για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης αποτελεί μια θετική εξέλιξη, με ιδιαίτερη σημασία για τις διμερείς σχέσεις και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η σημερινή πρωτοβουλία δεν αποτελεί νέα αφετηρία. Εντάσσεται σε μια διαδικασία που είχε ξεκινήσει ήδη από το 2009, με πρωτοβουλία της τότε Υπουργού Εξωτερικών Ντόρας Μπακογιάννη, όταν διαμορφώθηκε για πρώτη φορά πλαίσιο επαφών μεταξύ των δύο χωρών με στόχο την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.
Η βούληση αυτή επιβεβαιώθηκε και κατά την επίσκεψή μου στην Τρίπολη το 2012, ως Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας. Στις επαφές που είχα τότε με τη λιβυκή πολιτική ηγεσία διαπιστώθηκε κοινή πρόθεση να προχωρήσει η διαδικασία μέσα από διάλογο, αμοιβαίο σεβασμό και προσήλωση στη διεθνή νομιμότητα. Υπήρχε τότε η πεποίθηση ότι οι δύο χώρες μπορούσαν να καταλήξουν σε μια δίκαιη και αμοιβαία επωφελή συμφωνία.
Οι εξελίξεις που ακολούθησαν, ωστόσο, δεν επέτρεψαν τη συνέχεια αυτής της προσπάθειας. Η παρατεταμένη αστάθεια στη Λιβύη, οι εσωτερικές συγκρούσεις, οι εξωτερικές παρεμβάσεις και η θεσμική διάσπαση της χώρας δημιούργησαν ένα εξαιρετικά δύσκολο περιβάλλον.
Το διπλωματικό momentum χάθηκε ουσιαστικά το 2019. Εκείνη την περίοδο η Ελλάδα επέλεξε να επενδύσει πολιτικά κυρίως στον Στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ, θεωρώντας ότι η αντίθεσή του προς την Τουρκία και το υπό διαμόρφωση Τουρκολιβυκό Μνημόνιο δημιουργούσε περιθώρια στρατηγικής σύγκλισης με την Αθήνα. Δεν είναι τυχαίο ότι στον διεθνή Τύπο της εποχής διατυπώθηκε η κριτική πως ο Χαφτάρ αντιμετωπίστηκε ως «φίλος της Ελλάδας επειδή ήταν εχθρός της Τουρκίας». Η προσέγγιση αυτή, ανεξαρτήτως προθέσεων, περιόρισε τη δυνατότητα της Ελλάδας να διατηρήσει ουσιαστική επιρροή προς τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση του Φαγέζ αλ-Σάρατζ στην Τρίπολη, ακριβώς τη στιγμή που διαμορφώνονταν κρίσιμες εξελίξεις για το μέλλον των ελληνολιβυκών σχέσεων.
Η υπογραφή του Τουρκολιβυκού Μνημονίου λίγους μήνες αργότερα περιέπλεξε ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Η συμφωνία αυτή παραγνώρισε βασικές αρχές του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας και τα νόμιμα δικαιώματα των ελληνικών νησιών, δημιουργώντας τετελεσμένα που προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις από την Ελλάδα και σημαντικό μέρος της διεθνούς κοινότητας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η σημερινή εσωτερική πολιτική πραγματικότητα της Λιβύης. Η συνύπαρξη διαφορετικών κέντρων εξουσίας, με τη διεθνώς αναγνωρισμένη Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας στην Τρίπολη και τη διοίκηση του Χαλίφα Χαφτάρ στην Ανατολική Λιβύη, εξακολουθεί να επηρεάζει καθοριστικά τις εξελίξεις. Η ελληνική διπλωματία καλείται να κινηθεί με προσοχή, καθώς η αποτροπή μιας ενδεχόμενης πλήρους εσωτερικής επικύρωσης του Τουρκολιβυκού Μνημονίου παραμένει σημαντικός στρατηγικός στόχος.
Η Ελλάδα ορθώς συνομιλεί με τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της χώρας, διατηρώντας παράλληλα ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με όλες τις πλευρές που ασκούν πραγματική επιρροή στις εξελίξεις. Η εξωτερική πολιτική απαιτεί σταθερότητα αρχών, αλλά και ρεαλισμό στην ανάγνωση των συσχετισμών ισχύος.
Η επανεκκίνηση των συνομιλιών δεν εγγυάται άμεσες λύσεις ούτε προδικάζει το τελικό αποτέλεσμα. Δημιουργεί όμως ένα αναγκαίο πλαίσιο επικοινωνίας και συνεννόησης που έλειπε τα τελευταία χρόνια. Και μόνο αυτό συνιστά πρόοδο.
Η Ελλάδα έχει κάθε συμφέρον να επιδιώκει σχέσεις συνεργασίας και αμοιβαίου σεβασμού με τη Λιβύη. Οι δύο χώρες συνδέονται από τη γεωγραφία, την ιστορία και τα κοινά τους συμφέροντα στη Μεσόγειο. Η προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο, η αποφυγή μονομερών ενεργειών και η ενίσχυση του διαλόγου αποτελούν τον ασφαλέστερο δρόμο για την επίτευξη μιας δίκαιης και βιώσιμης συμφωνίας.
Σε μια εποχή όπου οι κρίσεις πολλαπλασιάζονται και η αστάθεια διευρύνεται, η επιστροφή στη διπλωματία δεν είναι απλώς επιλογή. Είναι στρατηγική αναγκαιότητα.
*Ο Δημήτρης Αβραμόπουλος είναι πρώην Υπουργός Εξωτερικών και πρώην Ευρωπαίος Επίτροπος









