«Ο καταραμένος ναύλος», «Η Φτερωτή Αλεπού», «Η αιώνια γόησσα», «Η Πριγκίπισσα της Ομίχλης», «Ναυάγια της μνήμης», «Ανθολογία του τρόμου». Αυτοί είναι μερικοί μόνο από τους τίτλους των κεφαλαίων της νουβέλας του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα Χριστόδουλου Πετσιμέρη, με τίτλο «Δόνα Βαλέρια», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Άνω Τελεία.
Το βιβλίο, με εξώφυλλο από θαλασσογραφία του Άμπραχαμ Στόρκ, είναι ακριβώς αυτό που υπόσχεται: μια γοητευτική αφήγηση, με προσεγμένα ιστορικά στοιχεία, «ένας χάρτης που οδηγεί στο κάποτε». Είναι ένα βιβλίο για τη φιλία, τον έρωτα και τη μνήμη, ένα «κάποτε» που διαρκεί επτά αιώνες.


Και, τελικά, είναι και μια ιστορία για την αλληλεγγύη. Γιατί, όπως γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας, «το λουλούδι της αλληλεγγύης φυτρώνει μόνο σε έναν κήπο που τον μοιράζονται πολλοί. Και όσο αυτό το λουλούδι ανθίζει, τόσο ομορφαίνει και ο κήπος».
Συνέντευξη στην Έφη Ζέρβα
Από τους αρχαίους μύθους μέχρι τις σημερινές αναφορές για πολιτικούς ηγέτες και δισεκατομμυριούχους που επενδύουν στην παράταση της ζωής, η αθανασία εξακολουθεί να γοητεύει τον άνθρωπο. Πώς γεννήθηκε η ιδέα της αθανασίας στο «Δόνα Βαλέρια» και τι ήταν αυτό που σας ώθησε να την κάνετε κεντρικό άξονα του βιβλίου;
Προσωπικά η αθανασία δεν με είχε γοητεύσει ποτέ ούτε με γοητεύει. Φυσικά, ως έννοια, με έχει βάλει συχνά σε σκέψεις, όπως όλους μας πιστεύω, αλλά η επιθυμία κάποιων ανθρώπων να κατακτήσουν την αθανασία μού φαίνεται εγωιστική και ματαιόδοξη. Η αθανασία στο «Δόνα Βαλέρια» ήταν στην αρχή ένα εφαλτήριο, για να μπορέσω να θίξω το ζήτημα της διαστρέβλωσης της Ιστορίας. Αιτία για να καταπιαστώ με το θέμα αυτό ήταν οι όλο και περισσότερες αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο οι εκδοχές της Ιστορίας που έχουμε κληρονομήσει ανταποκρίνονται στην αλήθεια.
Εάν κάποιοι άνθρωποι είχαν τη δυνατότητα ή την κατάρα να ζουν αιώνια και είχαν υπάρξει μάρτυρες γεγονότων του παρελθόντος, ίσως η Ιστορία να είχε υποστεί λιγότερη παραχάραξη. Γι’ αυτό και ο πρώτος τίτλος που είχα δώσει στο βιβλίο ήταν «Αιώνιοι Μάρτυρες».


Στην πορεία όμως ο τίτλος άλλαξε, όπως άλλαξε και το ίδιο το θέμα. Συνειδητοποίησα ότι το ερώτημα του κατά πόσο οι ιστορικές αφηγήσεις ανταποκρίνονται στην αλήθεια δεν αποτελούσε πλέον τον στόχο μου. Το μεταφυσικό στοιχείο, εν προκειμένω η αθανασία, έγινε ξανά πρωταγωνιστής, αυτή τη φορά ως μέσο για την εξιστόρηση από έναν και μόνο αφηγητή.
Αυτό που είχα αρχίσει να γράφω το έβλεπα πλέον σαν μια ενδιαφέρουσα φανταστική ιστορία που σε συναρπάζει και, πάνω απ’ όλα, σε ταξιδεύει. Και αυτό είναι, τελικά, το βιβλίο που προέκυψε. Παρασύρθηκα σ’ ένα μακρύ ταξίδι κι αυτό μ’ έκανε να νιώθω ανάλαφρος, μια πολύ όμορφη αίσθηση. Και το συνέχισα έτσι.
Η αθανασία είναι το στοιχείο που τραβά αρχικά την προσοχή του αναγνώστη. Όσο προχωρά όμως η αφήγηση, φαίνεται να αναδεικνύεται η δύναμη των δεσμών ανάμεσα στους ανθρώπους. Είναι τελικά το «Δόνα Βαλέρια» ένα μυθιστόρημα για την αθανασία ή για τη φιλία που αντέχει στον χρόνο;
Το «Δόνα Βαλέρια» δεν είναι ένα μυθιστόρημα για την αθανασία. Σίγουρα, στο βιβλίο αναδεικνύεται η δύναμη των ανθρώπινων δεσμών, καθώς και ορισμένες αντιλήψεις για τη φιλία και τον έρωτα. Δεν άρχισα όμως να το γράφω έχοντας αυτά στο μυαλό μου, ούτε σημαίνει ότι οι αντιλήψεις αυτές είναι κατ’ ανάγκην δικές μου. Μπορεί και να είναι, δεν ξέρω.
Αυτούς τους δυνατούς δεσμούς δεν είχα σχεδιάσει να τους αναδείξω. Εμφανίστηκαν μόνοι τους μέσα στο κείμενο. Απλώς ήρθαν και τους καλοδέχτηκα.
Θα έλεγα πως το «Δόνα Βαλέρια» είναι για τον αναγνώστη ένας χάρτης που τον οδηγεί στο «κάποτε». Διαβάζοντάς το δεν βλέπουμε μπροστά, αλλά κοιτάζουμε προς τα πίσω, μέσα σε ένα «ατέλειωτο όνειρο». Είναι ένα βιβλίο γραμμένο για το παρελθόν, χωρίς όμως να το εξυμνεί. Απλώς το τραγουδά. Είναι σαν ένα νωχελικό νανούρισμα με απαλή φωνή και λόγια νεραϊδένια, που μας πηγαίνει μια μεγάλη βόλτα πίσω, στη «Γοητεία» που, όντας βιαστικοί, μάλλον προσπεράσαμε.
Στο βιβλίο οι αθάνατοι δεν είναι ένας μοναχικός ήρωας αλλά μια ολόκληρη ομάδα ανθρώπων που μοιράζεται το ίδιο μυστικό. Γιατί επιλέξατε τη συλλογική αυτή εμπειρία αντί για έναν μόνο πρωταγωνιστή;
Όπως ανέφερα και πιο πάνω, αρχικά ήθελα να γράψω κάτι σχετικά με τις ιστορικές αλήθειες και, για να το κάνω, χρειαζόμουν περισσότερους από έναν «Αιώνιους Μάρτυρες». Στην πορεία, παρότι το θέμα του έργου άλλαξε, η ομάδα αυτή παρέμεινε μέχρι το τέλος –με διαφορετικό πλέον ρόλο– επειδή έβρισκα τα πρόσωπα όλο και πιο ενδιαφέροντα και τη δυναμική τους ιδιαίτερα γοητευτική.
Το λουλούδι της αλληλεγγύης φυτρώνει μόνο σε έναν κήπο που τον μοιράζονται πολλοί. Και όσο αυτό το λουλούδι ανθίζει, τόσο ομορφαίνει και ο κήπος. Στο «Δόνα Βαλέρια», δεδομένου του πόσο ιδιάζουσα είναι η περίπτωση του πρωταγωνιστή, η αλληλεγγύη είναι το απαραίτητο μουσικό όργανο για να συνεχίσει η ορχήστρα να παίζει. Γι’ αυτό και η ομάδα λειτουργεί στο έργο ως το πεδίο όπου η αλληλεγγύη μπορεί να εκδηλωθεί και να δοκιμαστεί.


Διαβάζοντας το βιβλίο, κάποιος μπορεί να καταλάβει την εκτεταμένη ιστορική έρευνα που έχετε κάνει. Από πού αντλήσατε τις γνώσεις σας για τον κόσμο του 14ου αιώνα και πόσα χρόνια σας συντρόφευε η ιδέα του «Δόνα Βαλέρια» μέχρι να φτάσει στην τελική της μορφή;
Κοιτάξτε, από τη στιγμή που περιγράφουμε καταστάσεις σε περασμένες εποχές και μακρινούς τόπους, η έρευνα επιβάλλεται· είναι καθήκον. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην ιστορική έρευνα, αλλά και στη γεωγραφική, η οποία οφείλει να εξετάζει τόσο τη Φυσική Γεωγραφία όσο και την Ανθρωπογεωγραφία.
Το «Δόνα Βαλέρια», ως μια ιστορική νουβέλα που καλύπτει επτά αιώνες και πολλά μήκη και πλάτη της υδρογείου, είναι από τα έργα που απαιτούν εκτεταμένη έρευνα. Νομίζω ότι στην προκειμένη περίπτωση αυτό έγινε δεόντως και σε αυτό βοήθησε το ενδιαφέρον που είχα πάντοτε για τη Γεωγραφία και την Ιστορία, ιδιαίτερα για τη Γεωγραφία, που υπήρξε διαχρονικά το μεγάλο μου πάθος.
Ομολογώ, πάντως, ότι ο χρόνος που μου πήρε η έρευνα, κυρίως η ιστορική, ήταν τουλάχιστον ίσος με εκείνον που χρειάστηκε για να γραφτεί το ίδιο το έργο, ίσως και μεγαλύτερος. Αυτό μεταφράζεται σε αρκετούς μήνες δουλειάς.
Πριν από έναν χρόνο, ενώ είχα φτάσει περίπου στα μισά της συγγραφής, επισκέφθηκα την Τεργέστη για τον συγκεκριμένο σκοπό. Η Τεργέστη είναι η πόλη-αναφορά στο «Δόνα Βαλέρια», καθώς εκεί αρχίζει και τελειώνει η αφήγηση, ενώ πολλές σκηνές του βιβλίου έχουν την πόλη ως φόντο, αφού αποτελεί το ορμητήριο και το καταφύγιο του «Ομίλου των Κολασμένων Ναυτικών».


H Τεργέστη, η Πούλα και η Ριέκα (Φιούμε στον χάρτη) ήταν ιταλόφωνες.
Όσο για τις γνώσεις μου σχετικά με τον κόσμο του 14ου αιώνα, τις οφείλω σε μεγάλο βαθμό στη μελέτη κειμένων της γαλλικής λογοτεχνίας του Μεσαίωνα, με την οποία είχα ασχοληθεί παλαιότερα. Μέσα από τα λογοτεχνικά έργα μπορεί κανείς να αντλήσει πολύτιμα στοιχεία για μια κοινωνία: τα έθιμα, τον ρουχισμό, την εξέλιξη των επιστημών, τη μαγειρική, την αντιμετώπιση των ασθενειών, τις δοξασίες, την οικογένεια, τη θρησκεία, την απονομή της δικαιοσύνης και τις εμπορικές συναλλαγές.
Βεβαίως, τα έργα αυτά αφορούσαν τη μεσαιωνική Γαλλία. Ωστόσο, ο πολιτισμός και η κοινωνική οργάνωση στη δυτική Ευρώπη δεν διέφεραν ιδιαίτερα από χώρα σε χώρα, τουλάχιστον στα βασικά τους χαρακτηριστικά. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα κατά τον ύστερο Μεσαίωνα, όταν ο χριστιανισμός είχε επικρατήσει σχεδόν παντού.
Έχετε γράψει και άλλα κείμενα στο παρελθόν χωρίς να επιδιώξετε την έκδοσή τους. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να πιστέψετε ότι το «Δόνα Βαλέρια» έπρεπε να βρει τον δρόμο του προς τους αναγνώστες;
Ναι, δεν είναι το πρώτο που έγραψα. Έχω γράψει κι άλλα κατά καιρούς, κάνα-δυο νουβέλες και αρκετά διηγήματα, χωρίς όμως να έχω κατά νου την έκδοση. Έγραφα για μένα και για τους φίλους μου, στους οποίους έστελνα μερικά αποσπάσματα, περισσότερο για την ψυχαγωγία μας.
Τι με έκανε, λοιπόν, να σκεφτώ την έκδοση; Δύο λόγοι, κυρίως.
Ο πρώτος ήταν ο εξής: όσο ξαναδιάβαζα το κείμενο τόσο περισσότερο μου άρεσε. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ανυπομονούσα να δω τι συνέβαινε παρακάτω, παρότι είχα ήδη γράψει τη συνέχεια. Ήταν σαν να διάβαζα μια καταπληκτική ιστορία σ’ ένα παλιό, ξεχασμένο χειρόγραφο αγνώστου συγγραφέα. Δεν μου είχε ξανασυμβεί.
Ο δεύτερος λόγος ήταν μια συνέντευξη που είδα πέρυσι σε μια βρετανική ταινία, όταν είχα φτάσει περίπου στο ένα τρίτο του βιβλίου. Αν θυμάμαι καλά, η ταινία ήταν το The Lady in the Van. Ο ηθοποιός υποδυόταν έναν συγγραφέα και κριτικό, ο οποίος, κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης που έμοιαζε με συνέντευξη, έλεγε, πάνω-κάτω, τα εξής:
Στη λογοτεχνία, πολλοί συγγραφείς βάζουν στα κείμενά τους τα ιδανικά που ασπάζονται, τις αντιλήψεις τους για διάφορα θέματα ή αναπαράγουν δικές τους εμπειρίες και βιώματα μέσω των ηρώων τους. Με λίγα λόγια, τοποθετούν στο έργο κομμάτια του εαυτού τους, άλλοι για δική τους ικανοποίηση και άλλοι επειδή δεν μπορούν να το αποφύγουν. Κάτι τέτοιο δεν είναι κακό. Αν το έργο χαρακτηρίζεται από την τέχνη της γραφής και μια καλά δομημένη ιστορία, μπορεί κάλλιστα να ενθουσιάσει το κοινό. Υπάρχουν όμως και συγγραφείς που γράφουν αποκλειστικά για να περάσουν ένα μήνυμα, να πείσουν τον αναγνώστη για κάτι ή να προωθήσουν μια ιδεολογία. Και όταν συμβαίνει αυτό, η λογοτεχνία παύει να υπηρετεί την τέχνη και μετατρέπεται σε όχημα σκοπιμότητας.
Ωστόσο, ένας αυθεντικός συγγραφέας δεν είναι εκείνος που εμπλέκεται προσωπικά σε αυτό που γράφει, έστω και εμμέσως ή καμουφλαρισμένα, αλλά εκείνος που, όταν ξαναδιαβάζει όσα έγραψε, ανακαλύπτει χωρίς να το περιμένει πτυχές του εαυτού του που δεν γνώριζε πριν και αναγνωρίζει με έκπληξη τον εαυτό του σε διαλόγους ή άλλες σκηνές.
Κάτι τέτοιο έβλεπα να συμβαίνει και με μένα εκείνη την περίοδο. Το είχα παρατηρήσει αρκετές φορές όταν ξαναδιάβαζα όσα είχα γράψει.
Εάν μπορούσατε να ζήσετε επτακόσια χρόνια, όπως ο Μάουρο, θα το επιλέγατε;
Όχι δεν θα επέλεγα να ζήσω 700 χρόνια. Φοβάμαι πώς οι χαρές και ικανοποιήσεις που θα μπορέσει, ενδεχομένως, κάποιος να νιώσει δεν δύνανται να απαλύνουν τον πόνο των απωλειών που αναπόφευκτα προκύπτουν σ’ ένα τέτοιο διάστημα. Με τρομάζει μια τέτοια ιδέα.
Και κυρίως με τρομάζει η σκέψη και μόνο της «αιώνιας μοναξιάς». Δεν μπορώ καν να φανταστώ τον εαυτό μου τόσο γενναίο. Εξάλλου το ότι ο Μάουρο είναι δικό μου δημιούργημα δεν σημαίνει ότι ταυτίζομαι μ’ αυτόν, ούτε ότι τον θαυμάζω οπωσδήποτε. Μου έγινε συμπαθής επειδή διέκρινα στην αφήγησή του μιαν αγνότητα και μια ταπεινότητα κι επειδή, όσο να ’ναι, τον συνήθισα… Ομολογώ ότι κάπου ζηλεύω, με τη θετική έννοια, για όλα όσα είδε, άκουσε κι έμαθε κάποιος σαν αυτόν, για την τόση γνώση που απέκτησε. Όμως, μέχρις εκεί.
Πόσο προσωπικό είναι τελικά το «Δόνα Βαλέρια» για εσάς;
Το βιβλίο αυτό είναι ένα μάτσο από χαρτιά. Χαρτιά στα οποία έχω σημειώσει καταστάσεις κι εμπειρίες που ήθελα ή θα ’θελα κάποτε να ζήσω· ένας κατάλογος με πράγματα που έλειπαν απ’ τη ζωή μου. Το «ΔΟΝΑ ΒΑΛΕΡΙΑ» είναι η λίστα με τα ψώνια που ποτέ δεν έκανα και δεν θα μπορέσω να κάνω. Τη λίστα όμως αυτή, την έγραψα κατά τέτοιο τρόπο που, τελικά, έχω την εντύπωση ότι τα έχω κάνει…
info: Ο Χριστόδουλος Πετσιμέρης (1965) γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Άρτα. Σπούδασε ξένες γλώσσες και Μεσαιωνική λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο της Προβηγκίας (Aix-en-Provence, Γαλλία). Έχει εργαστεί σε εταιρείες που δραστηριοποιούνται στη μετάφραση, διόρθωση, επιμέλεια κειμένων και σελιδοποίηση στο Λουξεμβούργο όπου και κατοικεί μόνιμα από το 1995.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος











