Φόρτωση Text-to-Speech…
Τις πιθανές επιπλοκές σε κρίσιμες πτυχές της εξωτερικής πολιτικής που επηρεάζουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και εκ των πραγμάτων και την εσωτερική συζήτηση ενόψει των εθνικών εκλογών, που όπως όλα δείχνουν μετακινούνται προς το 2027, εξετάζει η Αθήνα.
Το πρώτο «αγκάθι» είναι η σχεδιαζόμενη επανέναρξη των βυθομετρικών ερευνών για την ηλεκτρική διασύνδεση (Great Sea Interconnector – GSI), από τον Σεπτέμβριο και έπειτα. Τον πρώτο μήνα του φθινοπώρου εκτιμάται ότι θα καταστεί δυνατή η μίσθωση του πλοίου που θα αναλάβει εκ νέου τις βυθομετρικές έρευνες για το καλώδιο. Και τότε, βεβαίως, θα φανεί αν το τουρκικό ναυτικό θα επαναλάβει τη στάση που ακολούθησε σε διάφορες φάσεις το 2024 ανατολικά της Κρήτης και της Κάσου και αν θα αντιδράσει, πέρα από το Πολεμικό Ναυτικό (Π.Ν.), και η Γαλλία. Ερώτημα αποτελεί, επίσης, το πώς θα δρομολογηθούν οι έρευνες αρχικά, αν δηλαδή θα ακολουθηθεί κατά τρόπο πανομοιότυπο η πρακτική έκδοσης NAVTEX από τις ελληνικές αρχές και μόνον.

Το δεύτερο ζήτημα που απασχολεί την Αθήνα είναι αν η Τουρκία θα επιλέξει να φέρει στη Βουλή το νομοσχέδιο της «Γαλάζιας Πατρίδας» το φθινόπωρο ή ευρύτερα εντός της ελληνικής προεκλογικής περιόδου. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε αυτόματη επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, μάλιστα σε μια φάση στην οποία η Ελλάδα ενδεχομένως να βρίσκεται εν μέσω πολλαπλών εκλογικών αναμετρήσεων, εφόσον το σκηνικό μοιάζει με αυτό που καταγράφεται αυτήν τη στιγμή από την πλειονότητα των δημοσκοπήσεων, βάσει των οποίων είναι εξαιρετικά απίθανο να προκύψει αυτοδύναμη κυβέρνηση στις πρώτες εκλογές.
Το τρίτο, αν και εκτός συζήτησης τις τελευταίες εβδομάδες, αφορά το ενδεχόμενο επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35. Πάντως, όπως από τον Ιανουάριο του 2007 η Τουρκία εισήλθε στο πρόγραμμα των F-35 χωρίς η Ελλάδα να μπορεί να κάνει οτιδήποτε, έτσι και το 2019 εκπαραθυρώθηκε λόγω ζητημάτων που αφορούσαν αμιγώς την αμερικανική νομοθεσία και διάθεση. Ετσι και τώρα, αν η Τουρκία επιστρέψει στα F-35, η Ελλάδα δεν θα μπορεί να ελέγξει απολύτως τίποτε, ούτε τον ρυθμό ούτε και τις αποφάσεις της αμερικανικής κυβέρνησης και, κυρίως, τις παράλληλες διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουάσιγκτον, Αγκυρας, Μόσχας και κρατών του Κόλπου. Το ζήτημα των F-35 αγγίζει και την ευαίσθητη πτυχή των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων, οι οποίες πρέπει να μετεξελιχθούν ανεξαρτήτως της δράσης του παράγοντα της Τουρκίας. Δεδομένου δε ότι το Ισραήλ οδεύει σε εκλογές τον Οκτώβριο οι οποίες, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου θα οδηγήσουν σε ένα εξαιρετικά πολωμένο σκηνικό, ο συντονισμός των κυβερνήσεων μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ ίσως καταστεί ακόμα δυσκολότερος. Ειδικά αν η Ελλάδα οδηγηθεί και αυτή σε εκλογές την ίδια περίοδο.
Ενα στοιχείο που αναδεικνύει, εξάλλου, ότι στην κυβέρνηση δεν έλαβαν σοβαρά τις προειδοποιήσεις για τα τουρκικά F-35 είναι ότι ορισμένες σχετικές πληροφορίες για τις ισορροπίες στο Κογκρέσο αλλά και τις προθέσεις του κ. Τραμπ περίπου αντιμετωπίστηκαν ως υπερβολές, ακόμη και λίγες ημέρες προτού ο πρόεδρος των ΗΠΑ προαναγγείλει ότι θα μεταβεί στην Αγκυρα με κάποιο «δώρο» για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Η Αθήνα δεν αποκλείει να υπάρξουν εξελίξεις με τα F-35 στην Τουρκία, ενώ πηγή προβληματισμού αποτελεί η προσχώρηση ολοένα και περισσότερων χωρών στη συνεργασία με την Αγκυρα στα ζητήματα αμυντικής βιομηχανίας.
Το τέταρτο και εξίσου σοβαρό στοιχείο που απασχολεί τη σκέψη των ανθρώπων οι οποίοι παρακολουθούν στενά και εξ επαγγέλματος τις εξελίξεις των τελευταίων μηνών είναι η προσχώρηση ολοένα και περισσότερων χωρών στη συνεργασία με την Τουρκία στα ζητήματα αμυντικής βιομηχανίας. Η ίδια η σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Τουρκία ήταν μια πολιτική δήλωση ανάγκης για μεγαλύτερη σύσφιγξη σχέσεων των αμυντικών βιομηχανιών της Δύσης. Πέρα από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος δεν έκρυψε την προτίμησή του όχι μόνο για το πρόσωπο του Τούρκου ομολόγου του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, αλλά και για τις δυνατότητες της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, υπάρχουν κι άλλοι. Η Ισπανία και η Ιταλία έχουν παλαιούς δεσμούς με την Τουρκία, μάλιστα της έχουν παραχωρήσει πρακτικά τη δυνατότητα να διαθέτει εταιρείες με έδρα στην Ε.Ε. για ευκολότερες εξαγωγές και συνεργασίες με κολοσσούς της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.

Μετά την ανάδειξη του Φρίντριχ Μερτς στην καγκελαρία της Γερμανίας, το Βερολίνο άρχισε σταδιακά να αίρει εμπάργκο και περιορισμούς εξαγωγών. Ακολούθησε η στρατηγική συμφωνία Ηνωμένου Βασιλείου – Τουρκίας. Τις τελευταίες εβδομάδες δε, φαίνεται ότι και η Γαλλία οδεύει προς την κατεύθυνση της στενότερης συνεργασίας. Τα πρώτα δειλά βήματα έγιναν με την αποδέσμευση των Meteor για τα Eurofighter, ακολούθησε η συνεργασία Baykar και SAFRAN, τα ηλεκτροοπτικά συστήματα του μη επανδρωμένου αεροχήματος Bayraktar TB-2, ενώ πλέον είναι ανοικτός ο δρόμος και για το ιταλογαλλικής συμπαραγωγής αντιαεροπορικό σύστημα SAMPT/NG με παράλληλη αποδέσμευση του αντιαεροπορικού πυραύλου ASTER 30, όπως αυτοί που φέρουν οι φρεγάτες του Πολεμικού Ναυτικού (Π.Ν.) FDI.
Το πέμπτο στοιχείο αφορά το Κυπριακό και τις προσπάθειες που φαίνεται ότι γίνονται προκειμένου να δρομολογηθεί ενός είδους συζήτηση πριν από το τέλος του χρόνου και την αποχώρηση του γ.γ. του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες από τη θέση του. Ο κύριος κίνδυνος, ωστόσο, δεν αφορά αυτό καθεαυτό το Κυπριακό, αλλά την παράλληλη συζήτηση που έχει ξεκινήσει μεταξύ Ε.Ε. και Αγκυρας, με ζητήματα όπως η συμμετοχή στο SAFE και η αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης να έχουν συνδεθεί ατύπως με τις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό.

Τα ελληνικά αντανακλαστικά
Ολα αυτά, βεβαίως, ιδιαίτερα καθώς οι σύμμαχοι της χώρας έχουν στραμμένη την προσοχή τους στις σημαντικές προκλήσεις που περιβάλλουν την Ευρώπη και, κυρίως, στον πόλεμο στην Ουκρανία που διανύει τον πέμπτο χρόνο του, αλλά και στην αστάθεια στη Μέση Ανατολή, δημιουργούν στην Αθήνα πίεση, καθώς η Τουρκία εμφανίζεται ως ιδανικός εταίρος για λόγους που συνδέονται με τις δύο αυτές ενεργές κρίσεις. Εν ολίγοις, η αδιαμφισβήτητη διπλωματική αναβάθμιση της Τουρκίας, προϊόν διεργασιών αποκομμένων από κάθε διάσταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, οδηγεί την Αθήνα ενώπιον ερωτημάτων για την αποτελεσματικότητα των αντανακλαστικών επιλογών που έχουν γίνει τα τελευταία δέκα χρόνια, με σημείο έναρξης την απόπειρα πραξικοπήματος που έγινε στη γειτονική χώρα και τη μετέπειτα εξέλιξη του καθεστώτος Ερντογάν.













