Η στρατηγική της Άγκυρας αποδίδει: Βρίζει την Ουάσιγκτον αλλά αγοράζει την τεχνολογία της

Κοινοποίηση

Στις 7 και 8 Ιουλίου οι ηγέτες του ΝΑΤΟ θα φιλοξενηθούν στο προεδρικό παλάτι 1.000 δωματίων του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα για την σημαντική σύνοδο. Η τουρκική κυβέρνηση, όμως, έχει καταφέρει κάτι εκ πρώτης όψεως παράδοξο: να επιτίθεται σφοδρά στην Ουάσιγκτον, ενώ ταυτόχρονα εξασφαλίζει πρόσβαση στην πιο προηγμένη αμερικανική αεροδιαστημική τεχνολογία. Πώς το καταφέρνει αυτό;

Από τις ισχυρές φιλοκυβερνητικές δεξαμενές σκέψης έως την κορυφή της τουρκικής πολιτικής ηγεσίας, όλοι υπηρετούν την ίδια στρατηγική. Ενδεικτικά ο πρόεδρος του κυβερνητικού εταίρου MHP (Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης), Ντεβλέτ Μπαχτσελί, χαρακτηρίζει την Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) «προστάτη της τρομοκρατίας». Ο αντιπρόεδρος του AKP (Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης), Σουλεϊμάν Σοϊλού, υποστηρίζει ότι «η Αμερική βρίσκεται πίσω από το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016».

Ο πρόεδρος της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, Νουμάν Κουρτουλμούς, κατηγορεί τις ΗΠΑ ότι συγκαλύπτουν μια γενοκτονία.

«Ο ίδιος ο Ερντογάν εναλλάσσεται με χαρακτηριστική ευκολία ανάμεσα σε εμπρηστικές καταγγελίες και ψύχραιμες διαπραγματεύσεις»

«Οι ΗΠΑ εξοπλίζουν και χρηματοδοτούν ενεργά τρομοκρατικές οργανώσεις στα νότια σύνορά μας», αναφέρει έκθεση του τουρκικού SETA (Ιδρύματος για την Πολιτική Οικονομική και Κοινωνική Έρευνα) σχετικά με τις κουρδικές YPG (Μονάδες Προστασίας του Λαού) στη Συρία και το PKK (Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν).

«Η άνευ όρων στήριξη της Ουάσιγκτον στην ισραηλινή επιθετικότητα…» είναι ο τρόπος με τον οποίο το τουρκικό ORSAM (Κέντρο Μεσανατολικών Στρατηγικών Μελετών) πλαισιώνει την ανάλυσή του για τον πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν.

«Η εποχή της ανεξέλεγκτης μονοπολικής αμερικανικής ηγεμονίας έχει τελειώσει οριστικά», υποστηρίζει ανάλυση του τουρκικού SDE (Ινστιτούτου Στρατηγικής Σκέψης) σχετικά με την παρακμή των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Το ASSAM (Κέντρο Στρατηγικών Ερευνών – Υπερασπιστές της Δικαιοσύνης), σε επίσημη διακήρυξή του, χαρακτηρίζει τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ «παγκόσμια χωροφυλακή».

Αν και πολλές από αυτές τις κατηγορίες δεν είναι άτοπες, ωστόσο μαρτυρούν έντονα την τουρκική επιθετικότητα στην Ουάσιγκτον.

Μια στρατηγική που χρησιμοποιεί τις ΗΠΑ ως σκάλα

Ωστόσο, για τον ισραηλινό αναλυτή και πρώην σύμβουλο του Υπουργείου Άμυνας του Ισραήλ, Γκρεγκ Ρόμαν, οι δυτικοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αδυνατούν να αντιληφθούν τη στρατηγική πραγματικότητα, αντιμετωπίζοντας την Τουρκία ως έναν απείθαρχο σύμμαχο του ΝΑΤΟ που απλά παραστράτησε.

«Η Τουρκία παίζει ένα παιχνίδι με ορίζοντα δεκαετιών, στο οποίο η τακτική εξάρτηση από την αμερικανική τεχνολογία αποτελεί το αναγκαίο τίμημα για την επίτευξη στρατηγικής ανεξαρτησίας» αναφέρει ο ίδιος σε ανάλυσή του στο Middle East Forum, φιλοϊσραηλινή δεξαμενή σκέψης.

Η αντιδυτική ρητορική εκφράζει τον μακροπρόθεσμο στόχο. Oι παραγγελίες αμερικανικών οπλικών συστημάτων εξυπηρετούν τις ανάγκες του παρόντος.

Το γεγονός είναι ότι αυτή η στρατηγική φαίνεται να αποδίδει.

«Η τουρκική Πολεμική Αεροπορία διατηρεί την επιχειρησιακή της ικανότητα, η αμυντική βιομηχανία της χώρας συνεχίζει να εξελίσσεται, η εγχώρια πολιτική βάση παραμένει συσπειρωμένη και οι ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι εγκλωβισμένες σε αυτή τη σχέση. Οι ΗΠΑ πληρώνουν λομπίστες, πωλούν κινητήρες και εξακολουθούν να αναρωτιούνται γιατί ένας «σύμμαχος» ακούγεται ολοένα και περισσότερο σαν αντίπαλος».

Ο Ρόμαν υπογραμμίζει τον τελικό στόχο της Τουρκίας που δεν είναι άλλος από την στρατηγική αυτονομία και περιφερειακή πρωτοκαθεδρία σε μια μετα-αμερικανική Μέση Ανατολή και ο αμερικανικός στρατιωτικός εξοπλισμός «αποτελεί απλώς τη σκάλα που νοικιάζει σήμερα η Τουρκία για να ξεπεράσει τις σημερινές της αδυναμίες».

Η νέα Τουρκία χρησιμοποιεί τα εργαλεία της ηγεμονικής δύναμης για να κατασκευάσει τον μηχανισμό που μια ημέρα θα καταστήσει την ίδια αυτή ηγεμονία περιττή, σύμφωνα με τον ίδιο.

Πρόκειται για μια πολιτική που έχει εδραιωθεί σε ολόκληρο το κυβερνών ΑΚP του Ερντογάν, στους συμμάχους του από το MHP, στη γραφειοκρατία του αμυντικού τομέα και σε ένα ευρύ δίκτυο φιλικών προς την κυβέρνηση δεξαμενών σκέψης.

Η Τουρκία έχει ήδη αποκτήσει σημαντική τεχνογνωσία στην κατασκευή μη επανδρωμένων αεροσκαφών, όπως το Bayrakar TB2, το οποίο έχει δοκιμαστεί επιχειρησιακά σε πολλά μέτωπα, καθώς και στις κορβέτες του προγράμματος MILGEM, σύμφωνα με τον iσραηλινό ειδικό.

Ωστόσο, η ανάπτυξη κινητήρων για μαχητικά αεροσκάφη παραμένει το μεγάλο τεχνολογικό εμπόδιο, υπογραμμίζει ο Ρομάν. Το πρωτότυπο του μαχητικού KAAN, που σήμερα πετά χάρη στους κινητήρες της General Electric, αποτελεί τη γέφυρα προς ένα πλήρως εγχώριας ανάπτυξης μαχητικό αεροσκάφος, το οποίο θα περιπολεί σε μια τουρκική σφαίρα επιρροής απαλλαγμένη από αμερικανικά βέτο. Με δεδομένο ότι ένας εγχώριας ανάπτυξης κινητήρας turbofan χρειάζεται ακόμα μια δεκαετία, χωρίς τους κινητήρες της General Electric, το πρόγραμμα του μαχητικού KAAN καταρρέει.

Η Άγκυρα δεν βρίσκεται σε σύγχυση, ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Ο Γκρεγκ Ρόμαν, μάλιστα επιστρατεύει και την φερόμενη ρήση του Λένιν σημειώνοντας πως η Τουρκία αγοράζει σήμερα το σχοινί – αμερικανικούς κινητήρες, αεροηλεκτρονικά συστήματα και πολιτική πρόσβαση – με το οποίο, σε βάθος χρόνου, φιλοδοξεί να κρεμάσει την αμερικανική πρωτοκαθεδρία στη δική της γειτονιά.

Η ελληνική αεροπορική υπεροχή

Τέλος, ο ισραηλινός αναλυτής υπογραμμίζει ότι η Τουρκία πιέζεται άμεσα να προωθήσει αυτή τη στρατηγική καθώς οι επιχειρησιακοί συσχετισμοί στο Αιγαίο είναι εις βάρος της.

«Η ελληνική Πολεμική Αεροπορία ενισχύεται ταχύτατα με τα αναβαθμισμένα F-16 Viper και τα γαλλικά Rafale, που εντάσσονται σταδιακά στον στόλο της. Μέχρι το 2030, η ελληνική αεροπορία αναμένεται να διαθέτει ποιοτική υπεροχή. Εάν η Τουρκία χάσει την αεροπορική υπεροχή στο Αιγαίο, ολόκληρο το ναυτικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» («Mavi Vatan») καθίσταται πρακτικά ανεφάρμοστο».

*Στην κύρια φωτογραφία: Σύνθεση με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και ένα μαχητικό αεροσκάφος KAAN.

Πηγή

Διαβάστε Περισσότερα

Tελευταία Nέα