Μία από τις πολλές ιστορίες που άρεσε στον Ιωάννη Βαρβιτσιώτη να διηγείται αφορούσε μια συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου το 1976 υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ηταν η πρώτη που έπαιρνε μέρος ο νεαρός τότε και νεόκοπος υφυπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών Ανδρέας Ανδριανόπουλος. Οταν ο Καραμανλής τελείωσε την εισήγησή του, απευθύνθηκε στους υπουργούς ρωτώντας αν θέλουν να πουν κάτι. Ο μόνος που σήκωσε το χέρι για να λάβει τον λόγο ήταν ο Ανδριανόπουλος. Ο Καραμανλής τον αγνόησε επιδεικτικά και ανακοίνωσε το τέλος της συνεδρίασης. Στη συνέχεια ο Βαρβιτσιώτης πήρε από κοντά τον φέρελπι υπουργό για να τον μυήσει στους κανόνες συμπεριφοράς έναντι του Κωνσταντίνου Καραμανλή.
Το τηλεφώνημα
Του άρεσε, επίσης, να διηγείται το τηλεφώνημα που δέχθηκε ξημερώματα σχεδόν από τον ίδιο τον Καραμανλή. Ο Βαρβιτσιώτης ήταν υπουργός Εμπορίου και ο πρωθυπουργός τον είχε καλέσει για να τον «μαλώσει» επειδή διάβασε στην «Ακρόπολι» πρωί πρωί ότι οι τιμές των λαχανικών είχαν πάρει την ανηφόρα. Από εκείνη την ημέρα φρόντιζε να αρχίζει τη δουλειά του αξημέρωτα.
Ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, που έφυγε από τη ζωή την Κυριακή σε ηλικία 93 ετών, ήταν ένας αστός πολιτικός, παλαιάς κοπής, από τους τελευταίους που απέμειναν από την προδικτατορική εποχή και είχαν ζήσει από κοντά τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Γόνος πολιτικής οικογενείας, που εκπρόσωποί της ήταν μέλη της Βουλής από τα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 2 Αυγούστου 1933. Πατέρας του ήταν ο Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης, που διετέλεσε βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος. Μέσω αυτού γνωρίστηκε, μάλλον κατά τυχαίο τρόπο, στα Καμένα Βούρλα, με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή το 1960, μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα από τις σπουδές του στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας και αφού είχε ξεκινήσει να εργάζεται ως δικηγόρος. Είχε επίσης στενή σχέση με τον οικογενειακό ούτως ή άλλως φίλο του Γεώργιο Ράλλη.
Το 1961 ο Καραμανλής, που είχε φροντίσει να του ζητήσει αντίγραφο της διατριβής του, τον έχρισε υποψήφιο της ΕΡΕ στη Β΄ Αθηνών. Ο ίδιος αρχικά δεν το ήθελε, αλλά δεν υπήρχε τρόπος να μην κάνει αποδεκτή την πρόταση. Εξελέγη για πρώτη φορά το 1961 και έκτοτε συνέχεια έως το 2000. Από τότε, άλλωστε, άρχισε να είναι κοντά με τον Καραμανλή, αναπτύσσοντας στενή σχέση μαζί του σε βαθμό που αργότερα εθεωρείτο «θεματοφύλακας του καραμανλισμού» στη Νέα Δημοκρατία.
Ηταν από τους πολιτικούς που επιδιώκουν την άμεση επαφή με τους ψηφοφόρους τους. Από την αρχή της σταδιοδρομίας του συνήθιζε κάθε Κυριακή να πηγαίνει σε καφενεία για να συζητήσει με τον κόσμο. Με αυτό τον τρόπο, επί τρεις δεκαετίες δημιούργησε μια πολύ μεγάλη δεξαμενή ψηφοφόρων στη Β΄ Αθηνών, που αποδείχθηκε χρήσιμη στον Μιλτιάδη, τον μόνο απόγονό του που ακολούθησε πολιτική καριέρα. Από τα άλλα τρία παιδιά που απέκτησε με την αγαπημένη του σύζυγο Σοφία Λαναρά, τον Θωμά τον κέρδισε ο χώρος της επικοινωνίας, την Ελένη η δημοσιογραφία και τον Κωνσταντίνο η αρχιτεκτονική.
Είχε στενή σχέση με τον ιδρυτή της Ν.Δ. Κωνσταντίνο Καραμανλή και εθεωρείτο «θεματοφύλακας του καραμανλισμού» στο κόμμα.
Στη διάρκεια της επταετίας, του απαγορεύθηκε η έξοδος από τη χώρα. Μαζί με τον Ράλλη και τον Παναγή Παπαληγούρα συμμετείχε στην οργάνωση «Ελεύθεροι Ελληνες», συνελήφθη και κρατήθηκε στο ΕΑΤ/ΕΣΑ.
Με την επιστροφή του Καραμανλή και την έναρξη της Μεταπολίτευσης, διορίστηκε υφυπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας το 1974 και στη συνέχεια υφυπουργός Εξωτερικών, υπουργός Εμπορίου και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων – ήταν αυτός που καθιέρωσε τη δημοτική αλλά και τις Πανελλαδικές Εξετάσεις.
Αν και ποτέ δεν υπήρξε φιλικά διακείμενος απέναντι στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, ο τελευταίος τον έκανε υπουργό Αμυνας και Δικαιοσύνης στις κυβερνήσεις του (1990-1993). Είχε διαφωνήσει με την παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο, πιστός στην άποψη που επαναλάμβανε ότι οι πρώην πρωθυπουργοί δεν παραπέμπονται.
Μετά την απώλεια των εκλογών του 1993 και την παραίτηση Μητσοτάκη, έθεσε υποψηφιότητα για την αρχηγία της Νέας Δημοκρατίας. Ηττήθηκε από τον Μιλτιάδη Εβερτ, ο οποίος τον όρισε στη συνέχεια στην τιμητική θέση του αντιπροέδρου του κόμματος. Ο ίδιος, πάντως, εκμυστηρευόταν σε συνεργάτες του ότι πάνω από τους μισούς βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας τού είχαν πει πως θα τον ψηφίσουν, κάτι που φυσικά δεν έγινε.
«Η νύχτα των λοχαγών»
Μετά τη νέα ήττα της Νέας Δημοκρατίας από τον Κώστα Σημίτη, πρωτοστάτησε το 1997 στις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις για την προώθηση της υποψηφιότητας του Κώστα Καραμανλή, ενθαρρύνοντας και οργανώνοντας τους βουλευτές που τον πρότειναν. Την περίοδο εκείνη ήταν πάμπολλα τα «συνωμοτικά» γεύματα που είχε οργανώσει στο σπίτι του στη Φιλοθέη, με πρώτο εκείνο που έγινε στις 29 Φεβρουαρίου 1997 με τη συμμετοχή περισσότερων από 30 βουλευτών και έμεινε γνωστό στη νεοδημοκρατική ιστορία ως «Η νύχτα των λοχαγών».
Το 2009 εγκατέλειψε οριστικά την πολιτική και τα τελευταία χρόνια είχε επιλέξει να ζει στην αγαπημένη του Λακωνία. Είχε αγοράσει στον Μυστρά ένα κτήμα με ελιές, πορτοκαλεώνα, λαχανόκηπο και, όπως συνήθιζε να λέει, είχε γίνει αγρότης. Η εξόδιος ακολουθία για τον εκλιπόντα πολιτικό θα τελεστεί σήμερα στις 12.00 στη Μητρόπολη Αθηνών και θα ακολουθήσει η ταφή του στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.













