Φόρτωση Text-to-Speech…
Η πρόσφατη υπερψήφιση του νομοσχεδίου για τη σύσταση του Οργανισμού Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε. (Hellenic Heritage Organisation S.A.) άνοιξε έναν κύκλο έντονης δημόσιας αντιπαράθεσης: τι ακριβώς θα κάνει ο νέος φορέας o οποίος θα λειτουργεί ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ποιες αρμοδιότητες αναλαμβάνει και –κυρίως– αν αγγίζει το καθεστώς προστασίας των μνημείων. Η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη μιλάει στην «Κ» για τους μύθους, αλλά και τους στόχους του νέου νόμου.
– Η βασική κριτική στο νομοσχέδιο είναι ότι ανοίγει τον δρόμο για αλλαγές στο ιδιοκτησιακό καθεστώς της πολιτιστικής κληρονομιάς. Υπάρχει έστω και έμμεση μεταβολή στην κυριότητα ή στη χρήση των μνημείων;
– Oχι. Η κυριότητα και η χρήση των μνημείων δεν μεταβάλλονται ούτε κατά μία λέξη. Το Σύνταγμα και ο αρχαιολογικός νόμος κατοχυρώνουν απολύτως ότι η πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί δημόσιο αγαθό και ανήκει στο κράτος. Αλλο οι αρχαιολογικοί χώροι, άλλο οι εμπορικές υποδομές που λειτουργούν εντός τους. Τα μνημεία παραμένουν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του υπουργείου Πολιτισμού, των Εφορειών Αρχαιοτήτων και του ΚΑΣ.
– Αρα, ούτε η χρήση των μνημείων περνάει στη νέα εταιρεία.
– Ολα παραμένουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του υπουργείου Πολιτισμού, των Εφορειών Αρχαιοτήτων και των αρμόδιων Διευθύνσεων, όπως ορίζει ο αρχαιολογικός νόμος. Αν, για παράδειγμα, ο Οργανισμός Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων (ΟΔΑΠ) [σ.σ. προηγουμένως ήταν γνωστός ως Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων (ΤΑΠ)] θελήσει να εκμισθώσει ένα αναψυκτήριο, η διαδικασία είναι ακριβώς η ίδια: η πρόταση υποβάλλεται στις υπηρεσίες του υπουργείου, παραπέμπεται στο ΚΑΣ και εκείνο γνωμοδοτεί για το αν χρειάζεται το αναψυκτήριο και πού μπορεί να λειτουργήσει. Δεν αλλάζει τίποτα.
– Αν, λοιπόν, η διαδικασία παραμένει ακριβώς η ίδια, γιατί συστάθηκε η εταιρεία;
– Πρόκειται για μια εταιρεία του Δημοσίου, ένα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που προβλεπόταν ήδη από τον νόμο του 2020 που αφορούσε τον ΟΔΑΠ. Θα έχει αποκλειστικό αντικείμενο τη διαχείριση της ακίνητης περιουσίας του ΟΔΑΠ: πωλητήρια, αναψυκτήρια, κτίρια και οικόπεδα που έχουν περιέλθει στη διαχείρισή του. Δεν αλλάζουμε τον ΟΔΑΠ· αντιθέτως, επειδή εξελίχθηκε σε έναν αποτελεσματικό οργανισμό, παρά τις φωνές περί «ιδιωτικοποίησης» που και τότε ακούστηκαν, θέλουμε να προχωρήσει εις βάθος πολλές από τις αρμοδιότητές του.
Η κυριότητα και η χρήση των μνημείων δεν μεταβάλλονται ούτε κατά μία λέξη. Το Σύνταγμα και ο αρχαιολογικός νόμος κατοχυρώνουν απολύτως ότι η πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί δημόσιο αγαθό και ανήκει στο κράτος.
Ενα παράδειγμα είναι οι απαλλοτριώσεις: ήταν πάντοτε αρμοδιότητά του, αλλά μετά τον μετασχηματισμό του λειτούργησε πολύ πιο αποτελεσματικά. Την περίοδο 2015-2019 καταβλήθηκαν περίπου 20 εκατ. ευρώ σε απαλλοτριώσεις, ενώ την περίοδο 2019-2025 το ποσό έφτασε τα 80 εκατ. ευρώ. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης. Παραδείγματος χάριν, ο ΟΔΑΠ δίνει στην κυκλοφορία σήμερα μόλις δύο ή τρεις επιστημονικές εκδόσεις τον χρόνο, ενώ υπάρχει μεγάλη ζήτηση από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα για περισσότερα βιβλία. Συνεπώς, πρέπει να κινηθούμε ταχύτερα. Αν λοιπόν ο ΟΔΑΠ απαλλαγεί από κάποια βάρη, θα αφιερώσει περισσότερους πόρους στις βασικές του αποστολές.
– Η νέα εταιρεία θα ξεκινήσει με αρχικό κεφάλαιο τρία εκατ. ευρώ και προβλέπεται να στελεχωθεί σταδιακά με έως και 90 εργαζομένους. Δεν θα ήταν πιο εύλογο αντί για την ίδρυση ενός νέου οργανισμού, να ενισχυθεί ο υπάρχων, που μάλιστα είναι επιτυχημένος;
– Ο ΟΔΑΠ χρειάζεται έναν εξειδικευμένο εμπορικό βραχίονα να λειτουργεί συμπληρωματικά δίπλα του. Εχει ήδη ένα πολυσχιδές έργο και υποστηρίζει συνολικά το ΥΠΠΟ. Η νέα εταιρεία θα ασχολείται αποκλειστικά με την ανάπτυξη της εμπορικής δραστηριότητας και θα στελεχωθεί με πρόσωπα ειδικοτήτων τα οποία υπάρχουν σήμερα στην αγορά και που, ας μην κρυβόμαστε, είναι πολύ πετυχημένοι επαγγελματίες στον ιδιωτικό τομέα – και οικονομικά. Ομως και αυτοί θα προσλαμβάνονται κανονικά με διαδικασία ΑΣΕΠ, μέσω του δημόσιου λογιστικού και με τον νόμο περί δημοσίων συμβάσεων.
– Ποιος θα ελέγχει τη νέα εταιρεία;
– Ο ίδιος ο ΟΔΑΠ. Το 90% της εταιρείας ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο και το 10% στον ΟΔΑΠ, ο οποίος εποπτεύεται από το υπουργείο Πολιτισμού. Ο στόχος είναι ένας: περισσότερα έσοδα από τον πολιτισμό για τον πολιτισμό. Τα έσοδα επιστρέφουν εξ ολοκλήρου στον ΟΔΑΠ και, μέσω του δημοσιονομικού μηχανισμού, στον προϋπολογισμό του ΥΠΠΟ.
– Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η δημιουργία ανάλογων σχημάτων αποτελεί παραδοχή της αδυναμίας του Δημοσίου να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Συμφωνείτε;
– Δεν θα το χαρακτήριζα αποτυχία. Θα έλεγα ότι αναδεικνύει ορισμένες διαχρονικές ελλείψεις του Δημοσίου, κυρίως ως προς την ευελιξία. Αν επρόκειτο για αποτυχία, δεν θα δημιουργούσαμε μια δημόσια εταιρεία που θα συμπληρώσει το έργο ενός άλλου δημόσιου φορέα. Δεν θα τον αντικαταστήσει.
– Τι σημαίνει στην πράξη ο σχεδιασμός και η υλοποίηση δράσεων για την «εμπορική αξιοποίηση» της πολιτιστικής κληρονομιάς, που θα αναλάβει ο νέος οργανισμός;
– Σημαίνει στοχευμένες καμπάνιες και υπηρεσίες που προσεγγίζουν κοινά στα οποία σήμερα δεν έχουμε πρόσβαση. Το 2025 οι επισκέψεις σε αρχαιολογικούς χώρους έφτασαν τα 18 εκατομμύρια, ενώ η χώρα υποδέχεται πάνω από 30 εκατομμύρια επισκέπτες. Υπάρχει λοιπόν περιθώριο εξέλιξης σε αυτόν τον τομέα. Αν θέλουμε να προσεγγίσουμε νεότερες γενιές, πρέπει να αναπτύξουμε υπηρεσίες που αξιοποιούν τις ψηφιακές εφαρμογές και την τεχνητή νοημοσύνη.
Σημαίνει επίσης καλύτερη λειτουργία των πωλητηρίων. Το 2019 ήταν σχεδόν άδεια· σήμερα έχουν αναμορφωθεί, αλλά το οικονομικό αποτέλεσμα δεν είναι πάντα θετικό όταν συνυπολογιστούν τα λειτουργικά έξοδα. Γι’ αυτό εξετάζουμε, υπό όρους και μέσω δημόσιων διαγωνισμών, τη δυνατότητα λειτουργίας ορισμένων πωλητηρίων από ιδιώτες. Ο ΟΔΑΠ θα εισπράττει καθαρό έσοδο χωρίς να επιβαρύνεται με λειτουργικά έξοδα. Το ίδιο ισχύει και για την παραγωγή πιστών αντιγράφων αρχαιοτήτων: ο ΟΔΑΠ δημιουργεί τη μήτρα και το ψηφιακό αντίγραφο που του ανήκουν, αλλά η νέα εταιρεία μπορεί να παράγει περισσότερα αντίγραφα ώστε να καλύπτει τη ζήτηση.
– Εχει διατυπωθεί ήδη η ανησυχία ότι με τη δημιουργία της εταιρείας θα αυξηθεί η τιμή των εισιτηρίων.
– Δεν υπάρχει τέτοιο ζήτημα. Οι τιμές των εισιτηρίων αυξάνονται περιοδικά ανά πενταετία, όπως συνέβαινε πάντοτε: έγινε το 2019 και το 2025. Η νέα εταιρεία δεν αποφασίζει για την τιμολογιακή πολιτική. Αν υπάρξει πρόταση, θα εξεταστεί από τον ΟΔΑΠ και θα αποφασιστεί από το υπουργείο Πολιτισμού με γνωμοδότηση του ΚΑΣ.
– Και η ανησυχία ότι μια εταιρεία θα πιέζεται να αξιοποιεί εμπορικά τα μνημεία με τρόπους που δεν συνάδουν με τον χαρακτήρα τους; Εχει αναφερθεί, για παράδειγμα, το ενδεχόμενο διοργάνωσης μιας κοσμικής δεξίωσης στο Επταπύργιο.
– Αυτό δεν μπορεί να συμβεί. Ειδικώς το Επταπύργιο είναι μνημείο και βρισκόμαστε ήδη στη διαδικασία να κηρυχθεί και ιστορικός τόπος, μετά τα ευρήματα που σχετίζονται με τις εκτελέσεις της περιόδου εκείνης. Γενικότερα, η εταιρεία δεν μπορεί να παραχωρήσει έναν τέτοιο χώρο από μόνη της. Απαιτείται εισήγηση της αρμόδιας Εφορείας Αρχαιοτήτων, έγκριση του υπουργείου Πολιτισμού και γνωμοδότηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου. Το θεσμικό πλαίσιο παραμένει απολύτως το ίδιο.
– Πώς συμβιβάζεται, όμως, η επιδίωξη περισσότερων επισκεπτών με την προστασία των μνημείων από την υπερεπισκεψιμότητα; Η Ακρόπολη μοιάζει ήδη να βρίσκεται στα όριά της.
– Γι’ αυτό έχουμε θεσπίσει ζώνες επισκεψιμότητας σε όλους τους αρχαιολογικούς χώρους. Το όριο των 20.000 επισκεπτών ημερησίως στην Ακρόπολη βασίστηκε σε ειδική μελέτη φέρουσας ικανότητας. Δεν αφορά μόνο τον συνολικό αριθμό, αλλά και τη χρονική κατανομή μέσα στη μέρα. Οι μελέτες αυτές πρέπει να επικαιροποιούνται περιοδικά, περίπου κάθε οκτώ έως δέκα χρόνια, ώστε να επανεκτιμάται η αντοχή κάθε μνημείου. Ωστόσο, όλοι επικεντρωνόμαστε στην Ακρόπολη, αλλά η εικόνα είναι διαφορετική για τους περισσότερους αρχαιολογικούς χώρους της χώρας. Υπάρχουν μεγάλα περιθώρια αύξησης της επισκεψιμότητας, χωρίς να τίθεται ζήτημα υπερφόρτωσης.
Η νέα εταιρεία δεν αποφασίζει για την τιμολογιακή πολιτική. Αν υπάρξει πρόταση (σ.σ. για αύξηση στην τιμή των εισιτηρίων), θα εξεταστεί από τον ΟΔΑΠ και θα αποφασιστεί από το υπουργείο Πολιτισμού με γνωμοδότηση του ΚΑΣ.
Ενα παράδειγμα είναι ο αρχαιολογικός χώρος των Γιτάνων στη Θεσπρωτία. Το θέατρο έχει αποκατασταθεί, έχουν δημιουργηθεί υποδομές, όμως επειδή η περιοχή δεν είναι ιδιαίτερα προβεβλημένη, οι επισκέπτες δεν ξεπερνούν τις 15.000 ετησίως.
Το ίδιο ισχύει και για τη Νικόπολη. Στην Κρήτη, επίσης, η Κνωσός συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος της επισκεψιμότητας, ενώ άλλοι σημαντικοί χώροι, όπως η Φαιστός, τα Μάλια ή η Ζάκρος δέχονται πολύ λιγότερους επισκέπτες, παρότι έχουν εξαιρετική αρχαιολογική αξία. Ενα από τα καθήκοντα της εταιρείας θα είναι να αναδείξει αυτούς τους χώρους, ώστε αφενός να αποσυμφορηθούν τα ήδη υπερδημοφιλή μνημεία και αφετέρου να ενισχυθούν οι τοπικές κοινωνίες.
– Πιστεύετε ότι η ένταση που προκάλεσε το νομοσχέδιο οφείλεται στις ίδιες τις ρυθμίσεις του ή στον τρόπο με τον οποίο «διαβάστηκε»;
– Κάθε μεταρρύθμιση προκαλεί αντιδράσεις, γιατί ανατρέπει καθιερωμένες πρακτικές και δημιουργεί την αίσθηση πως κάποιοι χάνουν κάτι ή βγαίνουν από τη ζώνη άνεσής τους. Αυτό είναι αναμενόμενο. Υπάρχει, επίσης, το στοιχείο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Σε ένα ιδιαίτερα κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό, ορισμένα κόμματα επιλέγουν να ασκήσουν αντιπολίτευση με τον δικό τους τρόπο, θεωρώντας ότι έτσι ενισχύουν τη δημόσια παρουσία τους.













