Φόρτωση Text-to-Speech…
Η πώληση των F-35 στην Τουρκία αποτελεί μια νομικά σύνθετη και πολιτικά ευαίσθητη υπόθεση. Δεν είναι όμως ούτε νομικά ούτε πολιτικά αδύνατη, εφόσον συντρέχουν δύο βασικές προϋποθέσεις: η αποφασιστικότητα εκ μέρους του Ντόναλντ Τραμπ και η εγκατάλειψη των δογματισμών εκ μέρους του Ταγίπ Ερντογάν. Με βάση τα τελευταία δεδομένα και οι δύο αυτές προϋποθέσεις φαίνεται να πληρούνται, γεγονός που καθιστά τη σημερινή συγκυρία την κρισιμότερη από την επιβολή των κυρώσεων και των νομοθετικών περιορισμών το 2019.
Με την ολοκλήρωση της συνόδου του ΝΑΤΟ και τις αντιφατικές δηλώσεις του προέδρου Τραμπ για τα F-35 δημιουργήθηκε πρόσκαιρα η εντύπωση ότι, για ακόμη μία φορά, επρόκειτο περισσότερο για πολιτικά πυροτεχνήματα και δεσμεύσεις επικοινωνιακού χαρακτήρα, παρά για την ενεργοποίηση μιας διαδικασίας που θα μπορούσε να οδηγήσει στη λύση των εκκρεμών ζητημάτων. Δεν υπήρχαν άλλωστε σοβαρές ενδείξεις, πληροφορίες η διαρροές ότι οι διαβουλεύσεις είχαν προχωρήσει σε τόσο ώριμο στάδιο, ενώ οι πληροφορίες από την Ουάσιγκτον επέμεναν ότι τα τεχνικά κλιμάκια και οι νομικές υπηρεσίες ακόμη αναζητούσαν βιώσιμη και κοινά αποδεκτή λύση.

Ομως, την Παρασκευή τα δεδομένα άλλαξαν, καθώς η Αγκυρα εμφανίστηκε, για πρώτη φορά, σοβαρά διατεθειμένη να εγκαταλείψει τη μέχρι σήμερα λογική των «νομικών τεχνασμάτων» και των πολιτικών ελιγμών και να κινηθεί προς την κατεύθυνση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις της αμερικανικής νομοθεσίας για τους S-400, πουλώντας τους σε τρίτη χώρα.
Το παρασκήνιο της συνόδου
Αμέσως μετά τις αρχικές δηλώσεις του προέδρου Τραμπ για την άρση των κυρώσεων CAATSA και την πώληση των F-35, επικράτησε αμηχανία και σύγχυση στην Ουάσιγκτον. Και αυτό γιατί τόσο κατηγορηματικές αναφορές δεν περιλαμβάνονταν στα προγραμματισμένα σημεία των τοποθετήσεών του, ούτε τη δεδομένη στιγμή, σύμφωνα με πληροφορίες, στηρίζονταν πλήρως σε μια επαρκώς επεξεργασμένη και τεκμηριωμένη λύση.
Τι θα γίνει με το Ισραήλ; – Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο καλούνται να διαχειριστούν διπλωματικά το ζήτημα, καθώς η διατήρηση του ποιοτικού στρατιωτικού πλεονεκτήματος του Ισραήλ στην περιοχή αποτελεί διαχρονική και
νομοθετικά κατοχυρωμένη δέσμευση της αμερικανικής πολιτικής, και ο Νετανιάχου έχει εκφράσει δημοσίως τη διαφωνία του.
Τις ώρες που ακολούθησαν έγιναν σημαντικές παρεμβάσεις προς υψηλόβαθμους αξιωματούχους του Λευκού Οίκου, αλλά κυρίως προς τις γραφειοκρατίες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και του Πενταγώνου, από κορυφαία στελέχη του κινήματος MAGA –αρκετά από τα οποία τοποθετήθηκαν και δημοσίως–, καθώς και από ηγετικές προσωπικότητες των Ευαγγελικών χριστιανών, που διατηρούν σημαντική επιρροή στην κυβέρνηση, και μέλη του συνασπισμού «No Jets for Turkey».

Στις πιέσεις αυτές προστέθηκαν και οι δημόσιες παρεμβάσεις του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπέντζαμιν Νετανιάχου. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», στην αμερικανική πλευρά διαμορφώθηκε η εκτίμηση ότι μια τόσο κατηγορηματική δημόσια δέσμευση όχι μόνο προκαλούσε έντονες αντιδράσεις, αλλά περιόριζε και τα διαπραγματευτικά περιθώρια, πριν ακόμη οριστικοποιηθεί ένα κοινώς αποδεκτό πλαίσιο συνεννόησης, ιδίως εφόσον δεν συνοδευόταν από κάποια αντίστοιχη δημόσια ένδειξη καλής θέλησης από τουρκικής πλευράς. Κατά τους ίδιους διπλωματικούς κύκλους, η εκτίμηση αυτή συνέβαλε στην αισθητά πιο επιφυλακτική δημόσια τοποθέτηση του προέδρου Τραμπ την επόμενη ημέρα.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο, που έγιναν οι βασικοί αποδέκτες των αντιδράσεων, θα σηκώσουν το βάρος της υλοποίησης της πολιτικής βούλησης του προέδρου, εφόσον τελικά η πώληση προχωρήσει έστω και σε μεταγενέστερο χρόνο. Παράλληλα, θα κληθούν να διαχειριστούν τις διπλωματικές και στρατηγικές συνέπειες των προεδρικών αποφάσεων, καθώς και τις επιπτώσεις τους στις περιφερειακές ισορροπίες και στις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με τους συμμάχους τους.

Για τον Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να προέχουν οι επιχειρηματικές συμφωνίες και οι προσωπικές σχέσεις με ηγέτες όπως ο Ταγίπ Ερντογάν, για τα δύο υπουργεία, όμως, οι αντιδράσεις συμμάχων όπως το Ισραήλ και η Ελλάδα αποτελούν μέρος της εξίσωσης. Στην περίπτωση του Ισραήλ, ειδικότερα, η στάθμιση των παραγόντων είναι διαφορετική, καθώς η διατήρηση του ποιοτικού στρατιωτικού πλεονεκτήματος αποτελεί διαχρονική και νομοθετικά κατοχυρωμένη δέσμευση της αμερικανικής πολιτικής, παρά το γεγονός ότι σε σχέση με την Τουρκία υπάρχει μια γκρίζα ζώνη ως προς την εφαρμογή της, λόγω της ιδιότητάς της ως συμμάχου στο ΝΑΤΟ.
CAATSA και αμυντικός προϋπολογισμός
Υπενθυμίζεται ότι ο Λευκός Οίκος, όπως άλλωστε προανήγγειλε και ο ίδιος ο πρόεδρος, μπορεί να προχωρήσει μονομερώς στην άρση των κυρώσεων που έχουν επιβληθεί βάσει του νόμου CAATSA, χωρίς να απαιτείται έγκριση του Κογκρέσου. Το πραγματικό εμπόδιο είναι η τροπολογία 1245 του αμυντικού προϋπολογισμού (NDAA), η οποία απαγορεύει τη μεταφορά ή την παράδοση μαχητικών F-35 στην Τουρκία λόγω της απόκτησης και κατοχής των συστημάτων S-400.
Δεν ήταν πυροτέχνημα – Από τις δηλώσεις του προέδρου Τραμπ για τα F-35 στην Αγκυρα δημιουργήθηκε πρόσκαιρα η εντύπωση ότι επρόκειτο περισσότερο για πυροτεχνήματα επικοινωνιακού χαρακτήρα, καθώς οι νομικές υπηρεσίες δεν είχαν βρει τρόπο να παρακάμψουν τα εμπόδια του αμυντικού προϋπολογισμού και
του CAATSA.
Σε αντίθεση με τον CAATSA, ο οποίος παρέχει στον πρόεδρο τη δυνατότητα να αναστείλει ή να άρει κυρώσεις υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ο NDAA δεν προβλέπει αντίστοιχη εξουσία προεδρικής παρέκκλισης. Εάν, όμως, η Τουρκία προχωρήσει στην οριστική μεταβίβαση των S-400 σε τρίτη χώρα και, συνεπώς, πάψει να κατέχει ή να ελέγχει τα συστήματα, τα νομικά δεδομένα μεταβάλλονται ουσιωδώς και κατά νομικούς κύκλους εκλείπει η πραγματική αιτία που οδήγησε στην επιβολή της απαγόρευσης.

Με βάση τα νέα δεδομένα, τα βλέμματα όλων θα στραφούν για ακόμη μία φορά στο Κογκρέσο. Ωστόσο, η επίκληση της ισχύος του ως βέβαιου αναχώματος σε μια πιθανή πώληση αποτυπώνει μια μάλλον αφελή ανάγνωση της πολιτικής πραγματικότητας στην Ουάσιγκτον. Το Κογκρέσο διαθέτει, ασφαλώς, τη θεσμική δυνατότητα να επιχειρήσει να την ανακόψει. Στην παρούσα συγκυρία, όμως, δεν διαθέτει ούτε την πολιτική τόλμη ούτε την απαιτούμενη πλειοψηφία για να το πράξει. Παρά τις αντιδράσεις των Δημοκρατικών τις τελευταίες ημέρες, η απουσία αντίστοιχης κινητοποίησης από τους Ρεπουμπλικανούς προβληματίζει και καθιστά εξαιρετικά δύσκολη τη συγκρότηση ενός μετώπου ικανού να ανακόψει πιθανές εξελίξεις.
Ενδεικτική της στάσης που τηρούν οι Ρεπουμπλικανοί είναι η επιλογή του προέδρου της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, Μπράιαν Μαστ, να μη φέρει προς ψηφοφορία το κοινό ψήφισμα αποδοκιμασίας που είχε καταθέσει η Ντίνα Τάιτους κατά της πώλησης κινητήρων στην Τουρκία. Ως αποτέλεσμα, η πρωτοβουλία «πέθανε» στην επιτροπή. Σε αντίθεση με τη λανθασμένη εικόνα που δημιουργήθηκε, δεν υπήρξε ποτέ απόφαση του Κογκρέσου υπέρ της πώλησης των κινητήρων. Η διαδικασία τερματίστηκε πριν η υπόθεση φτάσει στην Ολομέλεια.

Σε σχέση με τα μαχητικά, αν και όταν τελικά ξεπεραστούν οριστικά τα νομικά εμπόδια και η διαδικασία εισέλθει πλέον στη φάση της πολιτικής διαχείρισης, με την υποβολή του ανεπίσημου αιτήματος στις δύο αρμόδιες επιτροπές του Κογκρέσου, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι θα διατυπωθούν ενστάσεις. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, όμως, αυτές θα εξυπηρετούν κυρίως λόγους πολιτικής διαχείρισης και δεν θα αποσκοπούν στην ουσιαστική ανακοπή της διαδικασίας, ιδίως αν όντως τα ρωσικά συστήματα πουληθούν σε τρίτη χώρα.
Οι εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι ο Μπράιαν Μαστ στη Βουλή και η επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, Τζιν Σαχίν, δεν θα επιμείνουν στις ενστάσεις τους. Αδιευκρίνιστη παραμένει η στάση του προέδρου της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, Τζιμ Ρις, ο οποίος στο παρελθόν είχε ταχθεί με ιδιαίτερη σφοδρότητα κατά μιας τέτοιας εξέλιξης, ενώ ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, Γκρέγκορι Μικς, αναμένεται να διατηρήσει τις αντιρρήσεις του. Ακόμη όμως και στην περίπτωση που κατατεθούν ενστάσεις ή κοινό ψήφισμα αποδοκιμασίας, αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι ο πρόεδρος δεν θα μπορέσει να προχωρήσει.











