Ο συνοριακός ίλιγγος της Ε.Ε.

Κοινοποίηση

Φόρτωση Text-to-Speech…

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Η ιστορία γύρω από τη Θέουτα δεν αποτέλεσε απλώς μία ακόμη μεταναστευτική κρίση. Η αιφνίδια άφιξη περίπου 72.000 μεταναστών στον ισπανικό θύλακο της Βόρειας Αφρικής την περασμένη εβδομάδα προκάλεσε σοκ. Ωστόσο, η κατάσταση αντιμετωπίστηκε αρκετά άμεσα και αποτελεσματικά από την κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ. Σε λιγότερο από 72 ώρες, σχεδόν όλοι όσοι είχαν εισέλθει στη Θέουτα επέστρεψαν στο Μαρόκο. Η επιχειρησιακή κρίση αποκλιμακώθηκε. Το πολιτικό «ρήγμα» που άνοιξε όμως στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης όχι μόνο δεν έκλεισε, αλλά μία εβδομάδα αργότερα εξελίσσεται σε ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ Ιταλίας και Ισπανίας.

Για τη Νάταλι Τότσι, διευθύντρια του Istituto Affari Internazionali (IAI) στη Ρώμη, η γρήγορη μεταστροφή από την πρωτοφανή δημόσια αντιπαράθεση των πρώτων ημερών στην επίδειξη ευρωπαϊκής ενότητας – κατά την έκτακτη τηλεδιάσκεψη των αρμόδιων υπουργών της Ε.Ε, την περασμένη Τρίτη – δεν σήμαινε ότι εξαφανίστηκαν οι βαθύτερες πολιτικές διαφωνίες. Κατά την εκτίμησή της, υπήρξε από την πλευρά ορισμένων κυβερνήσεων «μια πραγματική συνειδητοποίηση, έστω κι αν δεν εκφράστηκε δημόσια, ότι είχαν κάνει σοβαρό λάθος» αποδίδοντας την κρίση στις μεταναστευτικές πολιτικές της Ισπανίας.

Για άλλους Ευρωπαίους ηγέτες, ωστόσο, η Τότσι εκτιμά ότι η αποκλιμάκωση ήταν περισσότερο μια προσωρινή οπισθοχώρηση. Αναφερόμενη ειδικά στην Τζόρτζια Μελόνι, σημειώνει ότι «πιθανότατα απλώς έκανε μια προσωρινή ανακωχή. Θα ήταν όμως περισσότερο από πρόθυμη να επιτεθεί ξανά στην προοδευτική Ισπανία με την πρώτη ευκαιρία».

Τα «αντίποινα»

Η νέα αντιπαράθεση μεταξύ Ρώμης και Μαδρίτης τη δικαιώνει. Η Ιταλία αρνήθηκε την Παρασκευή να άρει τους προσωρινούς ελέγχους, που επιβλήθηκαν από την 1η Αυγούστου στις αεροπορικές και θαλάσσιες συνδέσεις με την Ισπανία, παρά το τελεσίγραφο της Μαδρίτης να το πράξει έως την Κυριακή. Η Μελόνι ξεκαθάρισε ότι «η Ιταλία δεν δέχεται τελεσίγραφα ή επιβολές από το εξωτερικό σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας», ανακοινώνοντας ότι οι έλεγχοι θα παραμείνουν έως τις 15 Αυγούστου καθώς υποστηρίζει ότι υπάρχουν πληροφορίες για πιθανή νέα μαζική απόπειρα εισόδου στη Θέουτα.

Η Μαδρίτη πέρασε πλέον στα αντίμετρα ανακοινώνοντας ότι από τα μεσάνυχτα του Σαββάτου επιβάλλει συνοριακούς ελέγχους σε ταξιδιώτες από την Ιταλία έως τις 7 Σεπτεμβρίου, επικαλούμενη την «επίμονη πίεση της παράτυπης μετανάστευσης» που αντιμετωπίζει η Ιταλία. Η ισπανική κυβέρνηση είχε προηγουμένως χαρακτηρίσει τα μέτρα «άδικα», αντίθετα προς τα συμφέροντα της Ε.Ε, ασύμβατα με τον κώδικα συνόρων του Σένγκεν.

Η αντιπαράθεση αποτελεί τη συνέχεια μιας σύγκρουσης, που ξεκίνησε σχεδόν αμέσως μετά τα γεγονότα στη Θέουτα. Με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, αρκετές πρωτεύουσες αλλά και η Κομισιόν αρχικά χρησιμοποίησαν τη Θέουτα ως αφορμή για να αμφισβητήσουν ευθέως τον Σοσιαλιστή Σάντσεθ και τις πολιτικές του για την υποδοχή και την ένταξη μεταναστών. Με την «καθοδήγηση» της Ιταλίδας Τζόρτζια Μελόνι και της Δανής Μέτε Φρεντέρικσεν, 22 Ευρωπαίοι ηγέτες –με τις Γαλλία, Ιρλανδία, Πορτογαλία και Λουξεμβούργο να απέχουν– υπέγραψαν κοινή επιστολή ασκώντας κριτική στη Μαδρίτη. Χρειάστηκαν μόλις τέσσερις ημέρες και οι διαβεβαιώσεις από τη Μαδρίτη και τις Βρυξέλλες ότι περίπου 70.000 από τους 72.000 είχαν επιστρέψει στο Μαρόκο και ουδείς είχε περάσει στην ηπειρωτική Ισπανία –δεν είχε υπάρξει δηλαδή, ουσιαστική απειλή για τη ζώνη Σένγκεν– για να επικρατήσουν πιο συμφιλιωτικοί τόνοι στην έκτακτη τηλεδιάσκεψη, την Τρίτη.

Η «ανακωχή» όμως υπήρξε εξαιρετικά βραχύβια ενόψει, μάλιστα, ενός ιδιαίτερα κρίσιμου εκλογικού «κύκλου» το 2027. Αρκετά κράτη μέλη όπως η Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα και Ισπανία εισέρχονται σταδιακά σε προεκλογική περίοδο και η άνοδος της Ακροδεξιάς μεταβάλλει άρδην τις ισορροπίες εντός της Ε.Ε και των ίδιων των χωρών.

«Τα πάντα πλέον συνδέονται με τις επόμενες εκλογές», παρατηρεί η Ρουθ ΦερέροΤουριόν, καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης. Η ίδια εκτιμά, ωστόσο, ότι η κρίση στη Θέουτα δεν δημιούργησε νέες πολιτικές διαιρέσεις τουλάχιστον στην Ισπανία, αλλά ενίσχυσε μια ήδη πολωμένη πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στην κυβέρνηση Σάντσεθ, το κεντροδεξιό Λαϊκό Κόμμα και το ακροδεξιό Vox.

Η Θέουτα, πάντως, υπήρξε ταυτόχρονα και το πρώτο «stress test» του νέου Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, που μπήκε σε πλήρη εφαρμογή στις 12 Ιουνίου αναδεικνύοντας τα όρια της ευρωπαϊκής στρατηγικής απέναντι στη μετανάστευση, την εξάρτηση της Ε.Ε από τρίτες χώρες, τη δύναμη της παραπληροφόρησης αλλά κυρίως, το πόσο εύκολα ένα τέτοιο επεισόδιο μπορεί να μετατραπεί σε πεδίο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης και ενωσιακής σύγκρουσης.

«Γκρίζα ζώνη» – Η Θέουτα είναι παράδειγμα μιας σύγχρονης «γκρίζας ζώνης», όπου κράτη και μη κρατικοί δρώντες ασκούν «πίεση» χωρίς να είναι εύκολη η απόδοση ευθυνών, σύμφωνα με τη Ρουθ Φερέρο-Τουριόν, καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης και Ευρωπαϊκών Σπουδών.

Για τη Φερέρο, η Θέουτα, όμως, «δεν ήταν απλώς μια μεταναστευτική κρίση. Η μετανάστευση ήταν το εργαλείο». Όπως επισημαίνει, μια τόσο μαζική είσοδος ανθρώπων μέσα σε μία ημέρα δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί αυθόρμητη μεταναστευτική ροή. Κατά την ίδια, η Θέουτα αποτελεί παράδειγμα μιας σύγχρονης «γκρίζας ζώνης», όπου κράτη και μη κρατικοί δρώντες ασκούν «πίεση», χωρίς να είναι εύκολη η απόδοση ευθυνών. Ωστόσο, αποφεύγει να κατηγορήσει ευθέως το Μαρόκο, αναγνωρίζοντας ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις για άμεση εμπλοκή του. Υπενθυμίζει, ωστόσο, το προηγούμενο του 2021, όταν χιλιάδες άνθρωποι πέρασαν επίσης στη Θέουτα εν μέσω διπλωματικής κρίσης ανάμεσα στις δύο χώρες, υποστηρίζοντας ότι η σημερινή κρίση παρουσιάζει παρόμοια χαρακτηριστικά «εργαλειοποίησης» της μετανάστευσης.

Λιγότερο κατηγορηματικός εμφανίζεται ο Φερνάντο Βαγιεσπίν, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης. «Ήταν και τα δύο», λέει. «Αφορούσε τη μετανάστευση, αλλά ταυτόχρονα αποτέλεσε μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής αντιπαράθεσης». Για τον Βαγιεσπίν, η κρίση δεν μπορεί να αποκοπεί ούτε από τη μακρόχρονη διεκδίκηση του Μαρόκου επί της Θέουτα και της Μελίγια ούτε από τη διεθνή θέση του Σάντσεθ, ο οποίος τους τελευταίους μήνες έχει διαφοροποιηθεί από αρκετούς Ευρωπαίους ηγέτες σε ζητήματα άμυνας και Μέσης Ανατολής έναντι του Ντόναλντ Τραμπ. «Το βασικό πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι πέρασαν άνθρωποι τα σύνορα», υποστηρίζει. «Το βασικό πρόβλημα είναι ότι το Μαρόκο δεν έχει εγκαταλείψει ποτέ τις ιστορικές διεκδικήσεις του στις δύο ισπανικές πόλεις».

Αυτή η ανάγνωση εξηγεί εν μέρει ένα από τα παράδοξα της κρίσης: παρά τις έντονες υποψίες ότι το Ραμπάτ ανέχθηκε –αν όχι ενθάρρυνε– τη μαζική μετακίνηση προς τη Θέουτα, ούτε η Ισπανία ούτε η Κομισιόν επέλεξαν να το κατονομάσουν δημόσια.

Η «εξάρτηση» της Ευρώπης

Η επιλογή αυτή ανέδειξε εκ νέου το στρατηγικό δίλημμα της Ε.Ε. Εδώ και χρόνια, η μεταναστευτική πολιτική βασίζεται ολοένα και περισσότερο στη συνεργασία με τρίτες χώρες για τον περιορισμό των ροών. Η Θέουτα έδειξε όμως και την άλλη όψη της στρατηγικής: όσο μεγαλύτερη είναι η εξάρτηση από χώρες-εταίρους τόσο μεγαλύτερη είναι και η δυνατότητά τους να μετατρέψουν τη συνεργασία σε μέσο πολιτικής πίεσης.

Ο συνοριακός ίλιγγος της Ε.Ε.-1

Ταυτόχρονα, κεντρικό ρόλο διαδραμάτισε η παραπληροφόρηση. Τις ημέρες που προηγήθηκαν της κρίσης, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διακινήθηκαν αναρτήσεις, που υποστήριζαν ότι τα σύνορα ήταν ουσιαστικά ανοικτά ή ότι, ύστερα από πρόσφατη απόφαση του ισπανικού Ανωτάτου Δικαστηρίου, όσοι κατάφερναν να περάσουν διά θαλάσσης δεν μπορούσαν πλέον να επιστραφούν άμεσα.

Για την Τότσι η κρίση ωστόσο «δεν είχε σχέση με μια χαλαρή μεταναστευτική πολιτική της Ισπανίας, αλλά με εργαλειοποίηση της μετανάστευσης από κακόβουλους εξωτερικούς παράγοντες με στόχο να διαιρέσουν και να αποδυναμώσουν την Ευρώπη». Πράγματι, σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές, η Europol διερευνά τον ρόλο της παραπληροφόρησης στη μαζική κινητοποίηση, ενώ η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) εξετάζει εάν δίκτυα, που συνδέονται με το ρωσικό οικοσύστημα παραπληροφόρησης, επιχείρησαν να εκμεταλλευθούν πολιτικά την κρίση. Τα χαρακτηριστικά αυτής της νέας υβριδικής πίεσης έφεραν στο προσκήνιο ερωτήματα για ενδεχόμενα κενά της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής και του ίδιου του νέου Συμφώνου.

Η Κομισιόν έσπευσε, ωστόσο, να υποστηρίξει διά του επιτρόπου Μετανάστευσης Μάγκνους Μπρούνερ ότι το Σύμφωνο παρέχει ήδη τις αναγκαίες δυνατότητες ακόμη και για περιπτώσεις «εργαλειοποίησης» της μετανάστευσης. Προσώρας, ο Μπρούνερ δεν δείχνει να υιοθετεί και την πρόταση που κατέθεσε ο Έλληνας πρωθυπουργός με άρθρο του στο Politico: τη δημιουργία νέου ευρωπαϊκού μηχανισμού που θα επέτρεπε, υπό εξαιρετικές συνθήκες ακραίας και δυσανάλογης πίεσης, προσωρινή αναστολή της εξέτασης νέων αιτημάτων ασύλου και επιτάχυνση των επιστροφών.

Αναζήτηση εργαλείων – Αναδείχθηκε η πολυπλοκότητα του ζητήματος, καθώς στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον η αναζήτηση εργαλείων για την αντιμετώπιση υβριδικών απειλών και παραπληροφόρησης μέσω των social media, τονίζει ο Μάρτιν Βάγκνερ, ανώτερος σύμβουλος πολιτικής.

Επιφυλακτικός εμφανίζεται και ο Μάρτιν Βάγκνερ, ανώτερος σύμβουλος πολιτικής στο International Centre for Migration Policy Development στη Βιέννη, ο οποίος θεωρεί ότι είναι πολύ νωρίς για οριστικά συμπεράσματα. «Πρώτα πρέπει να κατανοήσουμε πλήρως τι ακριβώς συνέβη», λέει χαρακτηριστικά. Κατά τον ίδιο, η Θέουτα δεν αποτελεί απόδειξη αποτυχίας του Συμφώνου. Αντίθετα, η κρίση αποκλιμακώθηκε τόσο γρήγορα ώστε πολλά από τα νέα εργαλεία–μεταξύ άλλων νέες συνοριακές διαδικασίες και ειδικές ρυθμίσεις για καταστάσεις κρίσης– δεν χρειάστηκε ουσιαστικά να δοκιμαστούν.

«Κόμβοι» επιστροφών

Ανάλογη είναι και η εκτίμησή του για τους λεγόμενους «κόμβους» επιστροφών (return hubs), που επανήλθαν στο προσκήνιο μετά τη Θέουτα και υποστηρίζονται από ενισχυμένη πλέον ομάδα κρατών-μελών, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα.

«Οι κόμβοι δεν θα είχαν αλλάξει ουσιαστικά την εξέλιξη της κρίσης», υποστηρίζει. Κατά τον Βάγκνερ, μπορεί να αποτελούν χρήσιμο «εργαλείο» στο ευρύτερο σύστημα επιστροφών, δεν μπορούν όμως από μόνοι τους να αντιμετωπίσουν κρίσεις αυτού του τύπου. Για τον ίδιο, άλλωστε, η Θέουτα ανέδειξε την πολυπλοκότητα του ζητήματος, καθώς στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον η αναζήτηση εργαλείων για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης μέσω των social media, η ανάπτυξη συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης και η προετοιμασία απέναντι σε κρίσεις, που δύσκολα εντάσσονται στις παραδοσιακές κατηγορίες της μεταναστευτικής πολιτικής.

Πηγή

Διαβάστε Περισσότερα

Γάζα: Νέα αρχή για τους μελισσοκόμους μετά την καταστροφή του 95% των κυψελών

Μια νέα αρχή επιχειρούν να κάνουν οι μελισσοκόμοι στη Γάζα, μεταφέροντας όσες κυψέλες κατάφεραν να σώσουν ακόμη και στις ταράτσες κτηρίων, μετά την καταστροφή...

Tελευταία Nέα