Φόρτωση Text-to-Speech…
Σε παζάρι με το ΝΑΤΟ και τους σημαντικούς εταίρους της Αθήνας έχει μετατραπεί η συμμετοχή της Ελλάδας στην ενίσχυση της Ουκρανίας με πόρους, ειδικά καθώς το 2026 είναι έτος με αρκετές δημοσιονομικές προκλήσεις, κυρίως όμως προεκλογικό. Με βάση τους υπολογισμούς του ΝΑΤΟ η Ελλάδα πρέπει να συμβάλει με περίπου 600 εκατ. το τρέχον έτος προς ενίσχυση του Κιέβου.
Από την Αθήνα ήδη έχουν εγερθεί αρκετές ενστάσεις, όχι ως προς την ανάγκη ενίσχυσης της Ουκρανίας, αλλά για το ύψος του ποσού στους μήνες που υπολείπονται.
Η Αθήνα έχει αντιπροτείνει την εξόφληση αυτού του ποσού σε τρεις ή τέσσερις ετήσιες δόσεις (150 ή 200 εκατ. τον χρόνο) προκειμένου να μην επηρεαστεί η εκτέλεση του προϋπολογισμού, ο οποίος αντιμετώπισε έκτακτες πιέσεις γεωπολιτικής φύσης και λόγω του πολέμου στο Ιράν, που επί του πρακτέου εξακολουθεί να εκκρεμεί (παρά τη συμφωνία Ουάσιγκτον – Τεχεράνης). Ούτως ή άλλως ο ελληνικός προϋπολογισμός περιλαμβάνει αρκετές ακόμη υποχρεώσεις σχετικά με την ενίσχυση της Ουκρανίας.
Το ταμείο PURL
Για παράδειγμα, την ανάγκη να συνεχιστούν οι συνεισφορές στο ταμείο PURL (Prioritized Ukraine Requirements List), δηλαδή στον κατάλογο προτεραιοποιημένων απαιτήσεων για την Ουκρανία, όπου συγκεντρώνονται χρήματα για την αγορά αμερικανικών όπλων που θα ενισχύσουν το Κίεβο.
Η Αθήνα το 2025 συνεισέφερε 20 εκατ. ευρώ, μια εξέλιξη που ήλθε κατόπιν πολλών πιέσεων από την Ουάσιγκτον και αρκετές καθυστερήσεις (καθώς οριστικοποιήθηκε στις αρχές Δεκεμβρίου). Η Ελλάδα έχει δεσμευθεί να συνεισφέρει στο PURL μεγαλύτερες πιστώσεις το 2026. Η συζήτηση αυτή θα συνεχιστεί εκ των πραγμάτων τους επόμενους μήνες, ενώ με ενδιαφέρον αναμένεται πώς θα «περπατήσει» η πρόταση του γ.γ. του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε για ένα σταθερό 0,25% επί του ΑΕΠ κάθε κράτους-μέλους υπέρ της Ουκρανίας.

Επ’ αυτού, η Ελλάδα είναι μία μόνο από τις πολλές χώρες που θεωρούν ότι αυτή η δέσμευση είναι μάλλον υπερβολική, ειδικά καθώς προχωρούν πολλές από τις υπόλοιπες διαδικασίες ενίσχυσης της Ε.Ε. (η Ελλάδα ως κράτος-μέλος της Ε.Ε. συμμετέχει στο δάνειο των 90 δισ. ευρώ προς το Κίεβο). Την ίδια στιγμή η Ελλάδα εξακολουθεί να προωθεί πυρομαχικά και παλαιά συστήματα που κρίνονται επιχειρησιακά μη αναγκαία για τις Ενοπλες Δυνάμεις, με ρυθμούς οι οποίοι είναι, πάντως, λιγότερο εντατικοί σε σύγκριση με την αρχή του πολέμου. Αιτία γι’ αυτό είναι και το γεγονός ότι οι ανάγκες του Κιέβου έχουν διαφοροποιηθεί σε σημαντικό βαθμό σε σχέση με την αρχή του πολέμου.
Η ανάγκη που παραμένει σε υψηλή προτεραιότητα –όπως φαίνεται και από τις εξελίξεις με τα χτυπήματα στο ίδιο το Κίεβο από ρωσικούς πυραύλους– είναι εκείνη της αεράμυνας. Στην Αθήνα εξακολουθούν να φτάνουν αιτήματα για την παραχώρηση ή την πώληση αντιαεροπορικών συστημάτων τύπου Patriot, ωστόσο η κυβέρνηση παραμένει αρνητική, ιδιαίτερα καθώς το ζήτημα της συγκρότησης της μελλοντικής ελληνικής αεράμυνας παραμένει σχεδιασμένο με τους Patriot σε κομβικό ρόλο, ασχέτως, δηλαδή, από τα ισραηλινά συστήματα της «Ασπίδας του Αχιλλέα», που εκ των πραγμάτων θα καθυστερήσουν να αναπτυχθούν στην επικράτεια.
Το πρότζεκτ
Στο πεδίο των εξοπλισμών, μετά και τις εξηγήσεις που δόθηκαν από το Κίεβο για τη δράση του ναυτικού drone στη Λευκάδα, όχι μόνο δημόσια αλλά και στο διμερές τετ α τετ των δύο ηγετών Κυριάκου Μητσοτάκη και Βολοντίμιρ Ζελένσκι, γίνεται μια έσχατη προσπάθεια προκειμένου να διασωθεί το ενδεχόμενο τελικά να προχωρήσει το πρότζεκτ τής από κοινού ανάπτυξης μη επανδρωμένων σκαφών επιφανείας (USV). Οπως η «Κ» είχε αποκαλύψει, το συγκεκριμένο πρότζεκτ είχε «παγώσει» πολύ πριν από τα γεγονότα της Λευκάδας, λόγω των όρων αδειοδότησης για τη χρήση που πρότεινε το Κίεβο.











